GreekEnglish (United Kingdom)

Δραστηριότητες - Νέα - Άρθρα - Γνώμες

Δημοσιεύτηκε από το ΥΠΕΚΑ στο διαδύκτυο προς διαβούλευση, το σχέδιο Νόμου με τίτλο : "Δασικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις". 

http://www.opengov.gr/minenv/?p=3277


ΑΠΟ ΤΟ 14Ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΑΣΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ (2009-ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ)  

ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΝEIΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ  ΣΤΟΥΣ  ΔΑΣΙΚΟΥΣ ΓΕΝΕΤΙΚΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ

 

Π.Γ. Αλιζώτη

                                                                 Εργαστήριο Δασικής Γενετικής και Βελτίωσης Δασοπονικών Ειδών,

 

 Σχολή Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος,  Αριστοτέλειο Παν/μιο Θεσσαλονίκης,

 

 54124 Θεσσαλονίκη (Ηλ. Ταχ.: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. )

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 Οι πληθυσμοί των δασικών ειδών χαρακτηρίζονται από υψηλή γενετική ποικιλότητα, τόσο σε μοριακό γενετικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο γνωρισμάτων προσαρμογής. Η διαφαινόμενη κλιματική αλλαγή, προβλέπεται ότι θα επηρεάσει τα μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα με άνοδο της θερμοκρασίας, μείωση των βροχοπτώσεων και συχνότερη εμφάνιση ακραίων φαινομένων. Διαρκής ανθρωπογενής επίδραση στα δασικά οικοσυστήματα και συνεπώς στους δασικούς γενετικούς πόρους έχει καταγραφεί από τους προϊστορικούς χρόνους και την αρχαιότητα έως και σήμερα. Στη σύχρονη εποχή μπορεί να προκύψει από διαφορετικές δραστηριότητες όπως α) η τεχνητή επιλογή και βελτίωση των δασικών ειδών, β) η μεταφορά αναγεννητικού υλικού, γ) η εφαρμογή διαφορετικών μεθόδων δασικής διαχείρισης, δ) η αλλαγή του περιβάλλοντος και της χρήσης αυτού. Από ερευνητικά αποτελέσματα προκύπτει ότι η τεχνητή επιλογή και βελτίωση δεν προκαλούν σημαντική μείωση της γενετικής ποικιλότητας των δασικών ειδών. Η μεταφορά αναγεννητικού υλικού όμως επηρεάζει τους γενετικούς δασικούς πόρους, τόσο μέσω της προέλευσης και της γενετικής ποικιλότητας του υλικού που μετακινείται και φυτεύεται σε νέα περιβάλλοντα και της προσαρμογής του στις νέες περιβαλλοντικές συνθήκες, όσο και μέσω της  επίδρασής του στη γενετική ποικιλότητα των τοπικών πληθυσμών. Επιπλέον, διαφορετικοί δασοκομικοί χειρισμοί είναι δυνατόν, μέσω δημογραφικών παραμέτρων, να επιδράσουν σε διαφορετικό βαθμό τη διαμόρφωση του εύρους της γενετικής ποικιλότητας ενός δασικού είδους. Η διαχείριση των δασών μπορεί να επηρεάσει τη δυνατότητα και την ταχύτητα προσαρμογής των δασικών ειδών στην κλιματική μεταβολή. Συνεπώς ο καθορισμός γενετικών κριτηρίων και δεικτών για τον εντοπισμό και την εφαρμογή εφαρμογή μεθόδων διαχείρισης που θα στοχεύουν στη διατήρηση των γενετικών δασικών πόρων καθίσταται αναγκαίος.

 

Λέξεις κλειδιά: δασικοί γενετικοί πόροι, κλιματική μεταβολή, πλαστικότητα, προσαρμογή, διακίνηση γενετικού υλικού, αειφορική διαχείριση, δασοκομικοί χειρισμοί.

 

EIΣΑΓΩΓΗ

            Τα δασικά οικοσυστήματα αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της βιοποικιλότητας του πλανήτη. O όρος βιοποικιλότητα περικλείει το πλήθος των διαφορετικών ειδών ενός οικοσυστήματος ή μιας περιοχής, την υφιστάμενη γενετική ποικιλότητα εντός των ειδών, και την ποικιλία των επιμέρους οικοσυστημάτων. Η λεκάνη της Μεσογείου αποτελεί κέντρο βιοποικιλότητας του πλανήτη, καθώς απαντάται  το 10% των φυτικών ειδών της Γης, ενώ από το σύνολο των ειδών που απαντώνται στην Ευρώπη, το 80% είναι ενδημικά είδη της Μεσογείου (Blondel and Aronson, 1999).  ΄Οσον αφορά τη δασική βιοποικιλότητα της Μεσογείου, απαντώνται πέντε φορές περισσότερα ξυλώδη είδη από ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη (ΕΕΑ, 2007). Τα μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα χαρακτηρίζονται επίσης από υψηλό ενδημισμό αφού από τα 290 συνολικά ξυλώδη είδη και υποείδη (θάμνοι και δέντρα) που φύονται στην Ευρώπη, τα 201 απαντώνται αποκλειστικά στις μεσογειακές βιοκλιματικές περιοχές (Quezel and Médail, 2003). Η υψηλή επομένως βιοποικιλότητα και ο ενδημισμός συμβάλλουν στην κατάταξη της λεκάνης της Μεσογείου στην 11η θέση μεταξύ των περιοχών υψηλής βιοποικιλότητας του πλανήτη (Moussouris and Regato, 1999). Η υψηλή ποικιλότητα τόσο μεταξύ όσο και εντός των δασικών ειδών μπορεί να αποδοθεί στην ποικιλότητα του Μεσογειακού περιβάλλοντος, στη μεταπαγετώδη μετακίνηση και δημογραφική εξέλιξη των δασικών πληθυσμών, στην εκτεταμένη εξάπλωση δασικών ειδών σε διαφορετικά περιβάλλοντα, στους απομονωμένους πληθυσμούς δασικών ειδών/ πληθυσμών,  στο πλήθος αυτών των απομονωμένων πληθυσμών που φέρουν γονίδια προσαρμογής σε εντελώς διαφορετικά και κατά περιπτώσεις αντίξοα περιβάλλοντα,  στα σπάνια και πολλές φορές μοναδικά αλληλόμοφα γονίδια που φέρουν οι πληθυσμοί δασικών ειδών στη Μεσόγειο.

 

            Οι ιδιαιτερότητες του Μεσογειακού περιβάλλοντος το καθιστούν ελκυστικό όχι μόνο από οικολογική άποψη αλλά και ως προς τη μελέτη της ιστορίας και του πολιτισμού των ανθρώπων. Το ήπιο κλίμα των ακτών της Μεσογείου κατά τη μεταπαγετώδη περίοδο και η πλούσια βιοποικιλότητα αποτέλεσαν καθοριστικούς παράγοντες για την ανάπτυξη πολλών πολιτισμών.  Από τους αρχαιολογικούς  χώρους, τα αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά και τα αρχαία κείμενα, μπορούμε σήμερα να αντιληφθούμε την εξέλιξη της δραστηριότητας του ανθρώπου, που από συλλέκτης αγαθών έγινε διαχειριστής των φυσικών οικοσυστημάτων (Ηοbbs, et. al, 1995). Στη διάρκεια των αιώνων οι άνθρωποι προσπάθησαν, όχι πάντα επιτυχώς, να ισορροπήσουν μεταξύ εκμετάλλευσης και προστασίας των φυσικών πόρων. Στη σύχρονη εποχή, πέρα από την οικονομική ανάπτυξη, ανέκυψαν δραματικά κοινωνικο-οικονομικά και περιβαλλοντικά προβλήματα, όπως και θέματα χρήσεων γης στη λεκάνη της Μεσογείου. Δραματική είναι επίσης η μεταβολή της πυκνότητας και της κατανομής του ανθρώπινου πληθυσμού, καθώς από τα 380 περίπου εκατομμύρια των κατοίκων της Μεσογείου, τα 146 εκατομμύρια ζουν στις παράκτιες περιοχές, ενώ σύμφωνα με δημογραφικές προβλέψεις ο πληθυσμός αναμένεται να αγγίξει τα 550 εκατομμύρια σε 20 περίπου χρόνια από σήμερα (Attane and Courbage, 2001). Πέραν όμως της επιβάρυνσης των φυσικών οικοσυστημάτων από την αναμενόμενη αύξηση του αριθμού των μόνιμων κατοίκων, επιπλέον επιβάρυνση αναμένεται από την αύξηση του αριθμού των τουριστών, από 220 εκατομμύρια που είναι σήμερα σε 350 εκατομμύρια έως το 2020, καθώς η Μεσόγειος αποτελεί δημοφιλή τουριστικό προορισμό παγκοσμίως.

 

            Επιπλέον, η κλιματική μεταβολή αποτελεί έναν συνεχώς αυξανόμενο παράγοντα πίεσης στα μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα με δυσμενή αποτελέσματα όπως π.χ. αύξηση της συχνότητας των δασικών πυρκαγιών, επίταση της ξηρασίας, ερημοποίηση). Το κλίμα της Μεσογείου χαρακτηρίζεται γενικά από έντονη εποχικότητα, με ξηροθερμικά καλοκαίρια και ψυχρούς χειμώνες με υψηλή βροχόπτωση, αν και παρατηρείται διακύμανση μεταξύ ετών ως προς το σύνολο των κατακριμνησμάτων. Η Μεσόγειος επομένως αποτελεί περιοχή ιδιαίτερα ευαίσθητη σε σχέση με την κλιματική μεταβολή καθώς αντιπροσωπεύει τη μεταβατική ζώνη μεταξύ των ξηρών και των υγρών περιοχών του κόσμου. Από την τέταρτη αξιολόγηση του περιβάλλοντος της Ευρώπης από τον ΕΕΑ (Εuropean Environmental Agency), προέκυψε ότι η θέρμανση της Ευρώπης (1.4 ºC) ήταν υψηλότερη από τη μέση θέρμανση του πλανήτη  (0.74 ºC) κατά το διάστημα 1906-2005. Εντονότερη όμως θέρμανση παρατηρήθηκε στη Νότια, Νοτιοανατολική Ευρώπη, την Ιβηρική χερσόνησο, τη Βορειοδυτική Ρωσία και τις χώρες της Βαλτικής  (ΕΕΑ, 2007). Επίσης η Νότια και Νοτιοανατολική Ευρώπη έγινε 20% ξηρότερη κατά τον 20ο αιώνα (EEA, 2007).  Σύμφωνα με τα σενάρια κλιματικής μεταβολής, η μέση θερμοκρασία στην Ευρώπη αναμένεται να αυξηθεί κατά 2.1-4.4 ºC ή πιθανώς κατά 2.0-6.3 ºC έως το 2100 (EEA, 2007). ΄Οσον αφορά τη Νότια Ευρώπη, περιοχή ήδη ευαίσθητη,  η κλιματική μεταβολή αναμένεται να επιδεινώσει τις περιβαλλοντικές συνθήκες (αύξηση θερμοκρασίας και ξηρασίας) (IPCC, 2007), με αύξηση της θερμοκρασίας έως και 6 ºC κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού (Giannakopoulos et al., 2005) και της ξηρασίας (Giorgi et al., 2004). Η κλιματική μεταβολή αναμένεται να αποτελέσει τον κύριο λόγο μείωσης της βιοποικιλότητας στο μέλλον, καθώς η επιδείνωση των συνθηκών του περιβάλλοντος θα επηρεάσει τη φυσιολογία, τη φαινολογία και τη γεωγραφική εξάπλωση των δασικών ειδών στη Μεσόγειο, ενώ προβλέπεται ότι έως το 2100 περίπου το 25% των φυτικών ειδών της Μεσογείου θα έχει εξαφανιστεί (Thomas et al. 2004, EEA 2007).

 

            Η επίδραση του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον ξεκινά από τα προϊστορικά χρόνια και βαίνει αυξανόμενη με την πάροδο των αιώνων, καταλήγοντας στη σύγχρονη εποχή να αποτελεί το αίτιο τεράστιων περιβαλλοντικών προβλημάτων  (αύξηση αερίων ρύπων, φαινόμενο του θερμοκηπίου, εκτεταμένη αποδάσωση, κατακερματισμός των δασών, αλλαγή χρήσης δασικής γης, κ.α.) που έχουν σαν συνέπεια την κλιματική μεταβολή σε όλο τον πλανήτη. 

 

ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΝΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

             Ο άνθρωπος  επέδρασε στην εξάπλωση των δασών της Ευρώπης από την μεταπαγετώδη ακόμη περίοδο. Σύμφωνα με τον Bradshaw (2004) η μεταπαγετώδης εξάπλωση ειδών Fagus, Corylus και Carpinus αποδίδεται σε προϊστορική ανθρωπογενή επίδραση.  Η ενασχόληση του ανθρώπου με τη γεωργία κατά τη Νεολιθική περίοδο και οι συνέπειές της επί των δασών αποτελούν ακόμη αντικείμενο συζήτησης, αλλά πιθανολογείται ότι σε πολλά δάση της Ευρώπης την περίοδο αυτή άρχισαν να δημιουργούνται διάκενα. Η συστηματική γεωργία αργότερα οδήγησε σε μείωση των δασών, ενώ πιθανολογείται μικρή μόνο μετακίνηση γενετικού υλικού από περιοχή σε περιοχή.  Εξαίρεση πιθανώς αποτελεί το είδος Pinus pinea του οποίου η σημασία ήταν μεγάλη λόγω των εδώδιμων σπόρων του. Γενετική ανάλυση πληθυσμών του είδους έδειξε ότι η γενετική ποικιλότητα μεταξύ πληθυσμών είναι ελάχιστη σε σύγκριση με άλλα είδη πεύκης, γεγονός που πιθανότατα είναι συνέπεια της εκτεταμένης φύτευσης ορισμένων επιθυμητών γενοτύπων από τους ανθρώπους (Gomèz et al., 2002).  Εντούτοις, η τοπική ανάπτυξη της γεωργικής δραστηριότητας και της εκτροφής ζώων οδήγησε στην εκτεταμένη διάνοιξη των δασών που αποτέλεσε την απαρχή του κατακερματισμού των δασών από τον άνθρωπο.  Εισαγωγή ξενικών ειδών συνέβη σε μικρή σχετικά κλίμακα κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μεταφοράς γενετικού υλικού από τον άνθρωπο.

 

            H άνθηση των αρχαίων πολιτισμών της Μεσογείου αποδίδεται σε σημαντικό ποσοστό στην ύπαρξη και εκμετάλλευση των πευκοδασών  (Malagnoux and Landly, 1999), καθώς πέρα από το σημαντικό ρόλο τους στα οικοσυστήματα παρείχαν και πλήθος προϊόντων (ξυλεία, ρητίνη, σπόρους, κλπ).  Η μακρόχρονη σχέση μεταξύ ανθρώπων και πευκοδασών περιλαμβάνει: χρήση ξυλείας για κατασκευές, για ναυπήγηση πλοίων, για κατασκευή τειχών και πολιορκητικών μηχανών, χρήση ρητίνης για πολλαπλούς σκοπούς, καύση ρητίνης σε τελετές, χρήση σπόρων ως τροφή και αφροδισιακό, χρήση σπόρων στην οινοποιία, εξαγωγή σπορελαίου, χρήση πεύκων ως καλλωπιστικών (περίφημες πεύκες της Ρώμης και της Νάπολης).  Δεδομένων των πολλαπλών ωφελειών από τα δάση πεύκης, η επίδραση του ανθρώπου κατά τα προηγούμενα εκατοντάδες χρόνια στη γεωγραφική εξάπλωση των ειδών πεύκης ήταν εξαιρετικά έντονη, προκαλώντας είτε επέκταση είτε συρρίκνωση. Οι συνέπειες της συρρίκνωσης των Μεσογειακών δασών κατά τους ιστορικούς χρόνους  είναι εμφανείς ακόμη και σήμερα, αν και σε μεγάλο ποσοστό έχουν επισκιαστεί από την αναπτυξιακή έκρηξη του 20ου αιώνα. 

 

            Από το 1700 και έπειτα καταγράφεται μεταφορά γενετικού υλικού στην Κεντρική Ευρώπη, που ξεκίνησε με την εφαρμογή δασοκομικών μεθόδων. Η μεταφορά προλεύσεων και η συστηματική μετακίνηση σπόρου και σποροφύτων δασικών ειδών, με στόχο την αύξηση της παραγωγής, αποτέλεσαν σημαντικά δασοκομικά εργαλεία, που είχαν ως αποτέλεσμα τη διακοπή των φυσικών γενετικών μηχανισμών στις διαχειριζόμενες φυτείες (Bradshaw, 2004). Η αύξηση της δασοκάλυψης στην Ευρώπη που ξεκίνησε στις αρχές του 1900 οφείλεται κυρίως στην ανθρώπινη δραστηριότητα παρά σε φυσικές διαδικασίες και μηχανισμούς. 

 

            Η μακρόχρονη επομένως δραστηριότητα του ανθρώπου από τα προïστορικά χρόνια έως και σήμερα επέδρασε στους γενετικούς πόρους των δασικών ειδών  κυρίως μέσω της εκτεταμένης διατάραξης των δασικών οικοσυστημάτων για την άσκηση δραστηριοτήτων όπως η γεωργία και η κτηνοτροφία, και σε μικρό βαθμό μέσω μεταφοράς αναγεννητικού υλικού μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα. Η έκταση της τεχνητής μεταφοράς γενετικού υλικού και συνεπώς γονιδίων ήταν πιθανόν μικρή στην αρχή αλλά αυξήθηκε στη συνέχεια και κυρίως κατά τα τελευταία 50 χρόνια καθώς η τεχνητή αναγέννηση διαδόθηκε ευρέως.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΝΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΣΥΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

            Στη σύχρονη εποχή ελάχιστα είναι τα παρθένα δάση που έχουν απομείνει, καθώς τα περισσότερα δασικά οικοσυστήματα υπέστησαν την επίδραση του ανθρώπου κατά το παρελθόν. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες που προκαλούν την έκλυση αερίων ρύπων και το φαινόμενο του θερμοκηπίου επιδρούν σε όλο τον πλανήτη, ενώ άλλες δραστηριότητες έχουν επιπτώσεις τοπικού χαρακτήρα.  Στη σύχρονη εποχή η δυσμενής ανθρωπογενής επίδραση μπορεί να προκύψει από διαφορετικές δραστηριότητες όπως α) η τεχνητή επιλογή και βελτίωση των δασικών ειδών, β) η μεταφορά αναγεννητικού υλικού, γ) η εφαρμογή διαφορετικών μεθόδων δασικής διαχείρισης, δ) η αλλαγή του περιβάλλοντος και της χρήσης αυτού.

 

-Τεχνητή επιλογή και βελτίωση

            Τρία είδη γονιδίων που αφορούν γονίδια υπό τεχνητή επιλογή μπορούν να αναγνωριστούν: α. Λίγα μεγαλογονίδια υπεύθυνα για μεγάλο μέρος της φαινοτυπικής ποικιλότητας, β. Πολλά γονίδια με περιορισμένη ατομική επίδραση στο υπό επιλογή γνώρισμα, που ως σύνολο όμως μέσω της αθροιστικής τους δράσης ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα της φαινοτυπικής ποικιλότητας για το συγκεκριμένο γνώρισμα και γ. Ουδέτερα γονίδια, δηλαδή γονίδια που δεν επηρεάζονται από την επιλογή. Η ποικιλότητα των μεγαλογονιδίων επηρεάζεται δραστικά από την τεχνητή επιλογή, αλλά αυτό δεν ισχύει και για τα γονίδια με αθροιστική δράση. Οι  Kremer et al. (2000) έδειξαν ότι η διαχωριστική  επιλογή μπορεί να αυξήσει τη διαφοροποίηση μεταξύ πληθυσμών μέσω του μη τυχαίου συνδυασμού αλληλομόρφων σε διάφορες γονιδιακές θέσεις, η ποικιλότητα όμως σε επίπεδο γονιδιακό παραμένει ανεπηρέαστη, όπως σχεδόν συμβαίνει με τα ουδέτερα στην επιλογή γονίδια. Η επιλογή επομένως δρά επί των γενοτύπων, και όχι επί των μεμονωμένων γονιδίων. Είναι αναμενόμενος λοιπόν ο εντοπισμός υψηλής ποικιλότητας εντός των πληθυσμών ακόμη και για γονίδια που ελέγχουν γνωρίσματα που βρίσκονται κάτω από μεγάλη ένταση επιλογής.  Οι μέθοδοι τεχνητής επιλογής και βελτίωσης εφαρμόζονται κυρίως σε είδη υψηλού οικονομικού ενδιαφέροντος και σε καλλωπιστικά είδη. Για τα δασικά είδη η βελτιωτική μέδοθος μπορεί να εκτείνεται από την απλή επιλογή εντός της φυσικής εξάπλωσης ενός είδους, έως τη δημιουργία νέου γενετικού υλικού μέσω υβριδισμού (μεταξύ και εντός ειδών)  ή ακόμη και μέσω μεθόδων γενετικής μηχανικής. Αναμένεται όμως ότι οι δασικοί γενετικοί πόροι, που χαρακτηρίζονται από ευρεία ποικιλότητα, δεν θα επηρεαστούν σημαντικά από την εφαρμογή μεθόδων τεχνητής επιλογής και βελτίωσης (Kremer, 1994).  Στην περίπτωση όμως ειδών με περιορισμένη γενετική ποικιλότητα, όπως η Pinus pinea η εφαρμογή μεθόδων τεχνητής επιλογής θα πρέπει να πραγματοποιηθεί με ιδιαίτερη προσοχή (Fallour et al. 1997).

 

- Μετακίνηση γενετικού υλικού

            Η μετακίνηση γενετικού υλικού μπορεί να έχει επιπτώσεις: α. στο γενετικό υλικό που μεταφέρεται και φυτεύεται σε ένα νέο περιβάλλον, οπότε και τίθεται το ζήτημα της προσαρμογής και β. στο τοπικό γενετικό υλικό, οπότε τίθεται το θέμα της ροής γονιδίων από το μεταφερθέν υλικό στο τοπικό καθώς επίσης και το θέμα της τοπικής προσαρμογής.

            Η μεταφορά γενετικού υλικού από μια περιοχή σε μια άλλη, θα πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένες προδιαγραφές που βασίζονται στην προβλεπόμενη επιβίωση και παραγωγικότητα των επιμέρους  πληθυσμών.  Οι προβλέψεις προκύπτουν κυρίως από διατοπικό πειραματισμό, αλλά κατά περιπτώσεις και από μοντέλα  γενοτυπικής αντίδρασης στις διαφορές του περιβάλλοντος που προσδιορίζονται είτε μέσω γεωγραφικών παραμέτρων είτε μέσω κλιματικών παραμέτρων (Rehfeldt et al. 1999). Διατοπικός πειραματισμός π.χ.  πολλών πληθυσμών Pinus contorta σε πολλά επιμέρους περιβάλλοντα έδειξε ότι πληθυσμοί συχνά αναπτύσσονται σε συνθήκες που διαφέρουν από το άριστο για αυτούς περιβάλλον, όπως αυτό προβλέπεται από τα παραπάνω μοντέλα.  Η δυνατότητα προσαρμογής σε διαφορετικά από το άριστο περιβάλλοντα προκύπτει από τη δράση εξελικτικών διεργασιών, όπως η ροή γονιδίων από λιγότερο καλά προσαρμοσμένους πληθυσμούς ή ανταγωνιστικές αλληλεπιδράσεις με άλλα είδη,   που δεν επιτρέπουν στον πληθυσμό να φτάσει στη βέλτιση δυνατή κατάσταση.  Η προσαρμογή επομένως σε ένα τόπο δεν πρέπει να θεωρείται σταθερή κατάσταση αλλά δυναμική διαδικασία. Η πλαστικότητα επίσης ενός πληθυσμού (δυνατότητα να προσαρμόζεται σε διαφορετικά περιβάλλοντα) μπορεί να εξαρτάται τόσο από τη γενετική ποικιλότητα όσο και από τη φαινοτυπική πλαστικότητα σε επίπεδο ατομικού φυτού (Rehfeld et al. 2001). 

 

            H επίδραση επομένως της μεταφοράς γενετικού υλικού εξαρτάται από την προέλευση του υλικού, το περιβάλλον προορισμού και τον τοπικό πληθυσμό.  Ο κίνδυνος για την προσαρμογή τόσο του μεταφερόμενου υλικού, όσο και για τη μείωση της προσαρμοστικότητας του τοπικού γενετικού υλικού λόγω μόλυνσης από το μεταφερόμενο γενετικό υλικό είναι υψηλότερος όταν άριστο γενετικό υλικό, που είναι υψηλοαποδοτικό σε ευνοϊκές συνθήκες, μεταφέρεται σε οριακές περιοχές.  Ο κίνδυνος  αντίθετα μειώνεται όταν το γενετικό υλικό μεταφέρεται σε άριστες συνθήκες.  ΄Οταν όμως το μέγεθος των πληθυσμών (μεταφερόμενου και τοπικού) είναι μεγάλο τότε η εξέλιξη ως προς την ικανότητα προσαρμογής μπορεί να συμβεί σε μερικές γενεές (Nunney, 2000).  

 

            Μεγαλύτερης σημασίας όμως είναι ο δημογραφικός κίνδυνος που ελοχεύει όταν υλικό με μικρή γενετική βάση (π.χ. κλώνος ή μικρός αριθμός κλώνων) μεταφέρεται και φυτεύεται σε ευρεία κλίμακα, καθώς η μείωση του μεγέθους του ενεργού πληθυσμού είναι δραστική. Υψηλότερη δε επίδραση αναμένεται όταν ο τοπικός πληθυσμός είναι μικρός και φύεται σε οριακές συνθήκες ή σε ασταθείς περιβαλλοντικές συνθήκες (Tabbener and Cottrell, 2002).

 

-Διαχείριση των πληθυσμών – Δασοκομικοί χειρισμοί

            Μέρος της δασοκομικής πρακτικής αποτελεί ο έλεγχος δημογραφικών παραμέτρων των δασικών πληθυσμών: αναγέννηση, επιβίωση, αραιώσεις, γονιμότητα.  Καμία από τις παραπάνω όμως πρακτικές δεν έχει καταστροφικές συνέπειες για τους δασικούς γενετικούς πόρους. Εντούτοις, κάθε δασοκομικός χειρισμός έχει μια συγκεκριμένη επίδραση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τη μακροπρόθεσμη διατήρηση του εξελικτικού δυναμικού των δασικών πληθυσμών. ΄Οσον αφορά την αναγέννηση, η φύτευση μπορεί να αυξάνει υπό προυποθέσεις την ποικιλότητα μεταξύ πληθυσμών, ενώ η φυσική αναγέννηση ευνοεί τη διατήρηση της ποικιλότητας εντός της συστάδας. Η φύτευση, δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της γενετικής ποικιλότητας αλλά την αύξησή της. Ο Εl-Kassaby (2000)  αναφέρει αύξηση 12% σε αριθμό αλληλομόρφων/γονιδιακή θέση και 15% σε ποσοστό ετεροζυγωτίας σε φυτείες των οποίων το γενετικό υλικό προέρχονταν από σποροπαραγωγούς κήπους, σε σχέση με το φυσικό πληθυσμό. Η φύτευση γενικά αφήνει λιγότερα περιθώρια στη φυσική επιλογή να δράσει, καθώς η αρχική πυκνότητα των φυτών και η θνησιμότητα είναι μικρότερες.  Η φυσική αναγέννηση δίνει περισσότερες δυνατότητες στη φυσική επιλογή να δράσει το νεανικό στάδιο των φυτών.  Στην περίπτωση αυτή η επίδραση του ανθρώπου αφορά κυρίως την επιλογή των αναπαραγωγικά ώριμων δέντρων, το σύστημα αναπαραγωγής, τη χωρική κατανομή των αναπαραγωγικών δέντρων και τη χωρική κατανομή των σποροφύτων.  Επίσης δεν έχει προκύψει έως σήμερα ισχυρή γενετική απόδειξη εναντίον ή υπέρ των ομήλικων ή ανομήλικων συστάδων, καθώς και στις δύο περιπτώσεις διατηρείται υψηλό επίπεδο γενετικής ποικιλότητας εντός των πληθυσμών (Konnert and Hussendörfer, 2001).  Oι El-Kassaby  και Benowicz (2000) μελέτησαν την επίδραση της αραίωσης σε δύο συστάδες Pseudotsuga menziesii σε δύο διαφορετικά περιβάλλοντα.  Η κύρια επίδραση των αραιώσεων αφορούσε τη σύνθεση των ειδών (μείωση του αριθμού των ειδών) και τη δομή της συστάδας (λιγότερα άτομα στις μικρότερες κλάσεις διαμέτρου). Η γενετική ποικιλότητα των ειδών που δεν ήταν κύρια είδη των συστάδων (Tsuga heterophylla και Pinus monticola) επηρεάστηκε σημαντικά τόσο ως προς τον αριθμό των αλληλομόρφων γονιδιών όσο και ως προς την αναμενόμενη ετεροζυγωτία, εξαιτίας της μείωσης του μεγέθους του πληθυσμού τους. Αντίθετα η γενετική ποικιλότητα του κύριου είδους (ψευδοτσούγκα) δεν επηρεάστηκε καθόλου.  Επομένως, οι δασοκομικοί χειρισμοί που αφορούν ένα είδος  μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στα υπόλοιπα δασικά είδη και ιδιαίτερα στη χωρική δομή τους, αν οι παράμετροι αυτοί δεν λαμβάνονται υπόψιν.

 

- Μεταβολή του περιβάλλοντος

            Η μεγαλύτερη ανθρωπογενής επίδραση στους δασικούς γενετικούς πόρους αναμένεται λόγω των μεταβολών του περιβάλλοντος, που μπορεί να κυμαίνονται από διαταραχή του περιβάλλοντος σε τοπικό επίπεδο έως την κλιματική μεταβολή σε παγκόσμια κλίμακα. Η επίδραση των μεταβολών των περιβαλλοντικών συνθηκών αναμένεται να επηρεάσει άμεσα την προσαρμογή των τοπικών δασικών πληθυσμών όσο και του γενετικού υλικού που μεταφέρεται από άλλες περιοχές. Επιπλέον, και αναλογικά με τις μεθόδους διαχείρισης, η οικολογική διαταραχή μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα στη δημογραφία του δασικού πληθυσμού. 

             Η ανθρωπογενής επίδραση μέσω της αλλαγής των περιβαλλοντικών συνθηκών αναμένεται να είναι σημαντική, καθώς η κλιματική μεταβολή επηρεάζει τους δασικούς γενετικούς πόρους σε παγκόσμιο επίπεδο (καλλιεργούμενα και αδιατάρακτα δάση), αφορά επομένως περισσότερους από έναν πληθυσμούς, είναι χωρικά εξαιρετικά εκτεταμένη και δύσκολα θα μπορούσε να είναι αναστρέψιμη βραχυπρόθεσμα. Η ανασφάλεια λοιπόν που σχετίζεται με την αναμενόμενη κλιματική μεταβολή απαιτεί λήψη μέτρων για τη δυναμική προστασία των δασικών γενετικών πόρων, που ως πρωταρχικό στόχο έχει τη δημιουργία εκείνων των συνθηκών που θα εξασφαλίζουν το εξελικτικό δυναμικό των επιμέρους πληθυσμών.                

 

 

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αttane, I., and Y. Courbage, 2001. “La demographie en Mediterranee. Situation et projections”. Paris Ecolomica; Plan Bleau, 2001 (Les Fascicules due Plan Blue No 11) 249p.

Blondel, J., and J. Aronson. 1999. Biology and wildlife of the Mediterranean region. OxfordUniv.Press, N.Y.

Bradshaw, R.H.W., 2004. Past anthropogenic influence on European forests and some possible genetic consequences. For. Ecol. and Mgt.  197:203-212.

EEA, 2007.EuropesEnvironment. 4thAssessment. Copenhagen, 2007. p. 452

Εl-Kassaby, Y.A., 2000.Impacts of industrial forestry on genetic diversity of temperate forest trees. In: Matyas, C. (Ed.), Forest Genetics and Sustainability. For. Sci. 63:155-169.

El-Kassaby, Y.A., A.,Benowicz,  2000. Effects of commercial thinning on genetic, plant species and structural diversity in second growth Douglas-fir (Pseudotsuga menziesii (Mibr.) Franco stands. For. Genet. 7:193-169.

Fallour, D., B. Fady, F. Lefevre, 1997. Study on isozyme variation in Pinus pinea L.: evidence for low polymorphism. Silv. Gen. 46:201-207.

Finkeldey, R., M. Ziehe, 2004. Genetic implications of silvicultural regimes. For. Ecol. and Mgt. 197:231-244.

Giannakopoulos, C., Μ. Bindi, M., Moriondo, Τ. Tin, , 2005. Climate change impacts in the Mediterranean resulting from a 2 ºC global temperature rise. WWF Report, Gland, Switzerland.

Giorgi, F., Χ.Bi, J. Pal, 2004. Mean, interannual variability and trends in a regional climate change experiment over Europe. II. Climate change scenarios (2071-2100). Climate Dynamics 23: 839-858.

Gomèz, Α., Ε. Aguiriano, R. Alía, B. A. Bueno, 2002. Análisis de los recursos genéticos de Pinus pinea L. en Espaňa dediante microsatélites del chloroplaso Invest. Agric. Sist. Recur. For. 11: 145-154.

Hobbs, R.J., D.M., Richardson, G.W. Davis, 1995.Mediterranean-type ecosystems:opportunities and constrains for studying the function of biodiversity. In:  Davis, G.W., Richardson, D.M. (eds), Mediterranean-Type Ecosystems. Springer, N.Y. pp. 1-42.

IPCC, 2007. Climate Change 2007: Synthesis Report. Summary for policy makers. IPCC Secr., Geneva, 2007.

IPCC, 2007. Climate Change 2007: The physical science basis. Summary for policy makers. IPCC Secr., Geneva, 2007.

Thomas, C.D., A. Cameron, R.E. Green, M. Bakkenes, L., Beaumont, Y.C., Collingham, B.F.N., Erasmus, M., Ferreira de Signeira, A., Grainger, L., Hannah, B. Hughes, B., Huntley, A.S. van Jaarsveld, G.F., Midgley, L., Miles, M.A., Ortega-Huerta, A., Townsend Peterson, O.L., Phillips, S.E., Williams, 2004. Extinction risk from climate change. Nature 427: 145-148.

Konnert M., and E., Hussendörfer, 2001.Genetic variation of silver fir (Abies alba) in unvevenaged forests (“Plenter” forest) in comparison with evenaged forests (Altersklassenwald). In: Muller-Stark, G., Schubert, R. (Eds.) Genetic Response of Forest Systems to Changing Environmental Conditions. For. Sci. 70:307-320.  

Kremer, A., 1994. Diversite genetique et variabilite des caracteres phenotypiques chez les arbres forestieres. Genet. Sel. Evol. 26, 105-123.

Kremer, A., V. Le Corre, S. Mariette,  2000.Population differentiation for adaptive traits and their underlying loci in forest trees : heoretical prodictions and experimental results. In: Matyas, C. (Ed.) Forest Genetics and Sustainablity. For. Sci. 63: 59-74.

Malagnoux, M.,  J.P. Lanly, 1999.Cooperation in forestry between the northern and southern Mediterranean. Unasylva 197:45-48.

Moussouris, Y. and P. Regato, 1999. Forest Harvest: An overview of non timber forest Products in the Mediterranean region. WWF Mediterranean Programme. Arborvitae, IUCN. WWF, Supplement.

Nunney, L. 2000. The limits to knowledge in conservation genetics – The value of effective population size. Evol. Biol. 32 :179-194.  

Quézel, P. and F. Médail. 2003. Ecologie et Biogéographie des Forêts du Bassin Mediterraneen. Elsevier, Paris.

Rehfeldt, G.E., N.M. Tchebakova, L.K. Barnhardt, 1999. Efficacy of climate transfer functions : introduction of Eurasian populations of Larix intoAlberta.Can. J. For. Res. 29:1660-1668.

Rehfeld, G.E., W.R. Wykoff, C.C. Ying, 2001. Physiological plasticity, evolution, and impacts of a changing climate on Pinus controrta. Clim. Change 50:355-376.

Tabbener H.E., J.E. Cottrell, 2002. the use ofPCR basedDNA markers to study the paternity of poplar seedlings. For. Ecol. Mgt. 179:363-376.

  

HUMAN IMPACTS ON FOREST GENETIC RESOURCES

 

P.G. Alizoti

Laboratory of Forest Genetics and Tree Improvement, School of  Forestry and Natural Environment, Aristotle University of Thessaloniki, 54124 Thessaloniki, Greece

(E-mail.: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. )

 SUMMARY

 

Foresttree species populations are characterized by broad genetic variation both on the molecular level and the level of adaptive traits. The predicted climate change is foreseen to have an impact on the Mediterranean ecosystems, as both temperature and drought are expected to rise, while extreme climatic events will occur more frequently. Constant human impact on forest ecosystems and thus, on forest genetic resources has been recorded ever since the prehistoric times. Nowadays, human impact can stem from a)artificial selection and genetic improvement of forest tree species, b) transfer of genetic material, c) forest management methods, and d) environmental changes. Results of the research revealed that artificial selection and breeding of forest tree species result in an increase rather than  decrease of the species genetic variation. Transfer of genetic material may have an impact on forest genetic resources. Two aspects should be considered: the impact of transplantation on the resource transferred in an new environment and the impact on local genetic resources. Moreover, different sylvicultural practices may affect the genetic variation of a species by changing the demographic parameters.  Forestmanagement may also influence the speed of adaptation of forest tree species to climate change. Consequently the identification of criteria and indicators aiming towards the conservation of forest genetic resources is considered of vital importance. 

Keywords: forest genetic resources, climate change, plasticity, adaptation, transfer of genetic material, sustainable forestry, sylvicultural practices. 

 

ΑΠΟ ΤΟ 14Ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΑΣΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ (2009-ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ) 

Η συμπεριφορά των μεγάλων δασικών πυρκαγιών του 2007 στην Ελλάδα

Αθανασίου Μιλτιάδης1, Ξανθόπουλος Γαβριήλ2

 

1 Περιβαλλοντολόγος – M.Sc. Πρόληψη και Διαχείριση Φυσικών Καταστροφών

Θωμά Παλαιολόγου 8, 13673Αχαρναί, e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

2 Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικών Ερευνών

Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων

και Τεχνολογίας Δασικών Προϊόντων

Τέρμα Αλκμάνος, Ιλίσια, 115 28Αθήνα, e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

 

Περίληψη

 

Η παρούσα εργασία αφορά την επί τόπου συλλογή παρατηρήσεων και μετρήσεων συμπεριφοράς της φωτιάς κατά τη διάρκεια μερικών από τις μεγαλύτερες δασικές πυρκαγιές της αντιπυρικής περιόδου του 2007, στην Ελλάδα. Οι μετρήσεις αυτές, που αφορούσαν, εκτός από τις παραμέτρους της πυρκαγιάς, την μετεωρολογία, την τοπογραφία και την καύσιμη ύλη, στη συνέχεια αποδελτιώθηκαν, συνδυάστηκαν με συμπληρωματικές πληροφορίες και δημιουργήθηκε μία βάση δεδομένων που περιελάμβανε συνολικά 70 περιπτώσεις. Για μέρος αυτών των περιπτώσεων (Ν=20) όπου η βλάστηση μπορούσε να περιγραφεί ως θαμνώδης αποτελούμενη από αείφυλλους πλατύφυλλους θάμνους ύψους 1,5-3 m, έγινε πρόβλεψη συμπεριφοράς της πυρκαγιάς επιφάνειας με χρήση του συστήματος BehavePlus της Δασικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας το μοντέλο καύσιμης ύλης “Θαμνώνες αείφυλλων πλατύφυλλων II (ύψος 1,5 έως 3 m)” των Δημητρακόπουλος κ.α. (2001), και Dimitrakopoulos (2002), σε ελαφρά τροποποιημένη μορφή. Στη συνέχεια έγινε σύγκριση των προβλέψεων συμπεριφοράς της φωτιάς με τις παρατηρήσεις. Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά ως προς τη δυνατότητα αξιοποίησης του BehavePlusκαι του συγκεκριμένου μοντέλου καύσιμης ύλης για την πρόβλεψη παρόμοιων πυρκαγιών στην Ελλάδα.

 

Εισαγωγή

 

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών προϋποθέτει κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αυτές εξαπλώνονται και πρόβλεψη των χαρακτηριστικών που θα έχουν κάτω από ορισμένες συνθήκες. Για τον λόγο αυτό μεγάλο μέρος της έρευνας, που ασχολείται με τις δασικές πυρκαγιές παγκοσμίως, έχει αφιερωθεί στη μελέτη και πρόβλεψη της «συμπεριφοράς» τους. Έτσι, κατά τα τελευταία σαράντα περίπου έτη έχουν δημιουργηθεί πολλά μοντέλα πρόβλεψης της ταχύτητας και των χαρακτηριστικών της εξάπλωσης όπως το μήκος φλόγας, η θερμική ένταση ανά μονάδα μήκους μετώπου, κλπ. Προϋπόθεση, για να εφαρμοσθούν αυτά τα μοντέλα στην πράξη, αποτελεί το να είναι γνωστός ο βαθμός αξιοπιστίας τους, κάτι που μπορεί να γίνει μόνο εφόσον υπάρχουν παρατηρήσεις εξάπλωσης πραγματικών πυρκαγιών. Πυρκαγιές μικρές, φωτιές σε εργαστηριακές συνθήκες ή σε περιορισμένης έκτασης ανοικτούς χώρους με φυσικά καύσιμα μπορούν να είναι χρήσιμες για μια αρχική αξιολόγηση αλλά ο ουσιαστικός έλεγχος μπορεί να γίνει μόνο με βάση τη σύγκριση με πραγματικές δασικές πυρκαγιές.

Το ευρύτερα χρησιμοποιούμενο σήμερα μοντέλο πρόβλεψης της συμπεριφοράς δασικών πυρκαγιών είναι το μαθηματικό, ημιεμπειρικό μοντέλο διάδοσης της φωτιάς του Rothermel (1972). Το μοντέλο αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την πρόβλεψη της συμπεριφοράς δασικών πυρκαγιών επιφάνειας σε οποιονδήποτε τύπο δασικής βλάστησης, αρκεί αυτός ναπεριγραφεί με τη μορφή αντιπροσωπευτικού μοντέλου καύσιμης ύλης (Rothermel 1972, Ξανθόπουλος 1990). Η ευρεία αυτή δυνατότητα χρήσης είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλών συστημάτων πρόβλεψης συμπεριφοράς των δασικών πυρκαγιών ή χωρικής προσομοίωσής της εξάπλωσής τους σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές που βασίζονται στο μοντέλο του Rothermel. Το πρώτο από αυτά τα συστήματα είναι το σύστημα BEHAVEτης Δασικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ που δημιουργήθηκε το 1984 και σήμερα έχει εξελιχθεί σημαντικά και φέρει την ονομασία BehavePlus(Andrews 2007) .

Στη χώρα μας, έχουν δημιουργηθεί αντιπροσωπευτικά μοντέλα καύσιμης ύλης για τους κυριότερους δασικούς τύπους από τους Δημητρκόπουλος και άλλοι (2001), και Dimitrakopoulos(2002) τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν με το BehavePlus. Όμως, η αξιοπιστία των παραπάνω δεν είναι γνωστή ώστε να χρησιμοποιηθούν επιχειρησιακά καθώς δεν έχει γίνει αξιολόγησή τους σε σύγκριση με πραγματικές παρατηρήσεις συμπεριφοράς πυρκαγιών στη χώρα μας.

Η παρούσα εργασία είχε ακριβώς σαν στόχο τη συλλογή παρατηρήσεων συμπεριφοράς πυρκαγιών ώστε να γίνει δυνατή η σύγκριση με προβλέψεις του BehavePlus και να αξιολογηθεί η αξιοπιστία τους. Οι μεγάλες πυρκαγιές του 2007 αποτέλεσαν την ιδανική, αν και τραγική, ευκαιρία για συλλογή των απαραίτητων στοιχείων. Η όλη προσπάθεια και τα αποτελέσματά της περιγράφονται παρακάτω τόσο όσον αφορά στην μοντελοποίηση των πυρκαγιών όσο και στην γενικότερη εικόνα του τρόπου με τον οποίο αυτές εξαπλώθηκαν.

 

Υλικά και μέθοδοι

 

                Κατά την αντιπυρική περίοδο του έτους 2007, και συγκεκριμένα από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο του 2007, τεκμηριώθηκαν δώδεκα δασικές πυρκαγιές σε Αττική, Κορινθία, Αχαΐα, Ηλεία, Αρκαδία και Μεσσηνία, για τις οποίες διανύθηκαν περίπου 12.500 km, κυρίως με μοτοσικλέτα, και απαιτήθηκαν 750 ώρες εργασίας στο πεδίο (Πίνακας 1).

Η τεκμηρίωση των πυρκαγιών έγινε με βάση προσχεδιασμένο πρωτόκολλο, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη την ανάγκη αυτοπροστασίας του παρατηρητή. Για κάθε πυρκαγιά μετρήθηκε ο ρυθμός εξάπλωσης (ROSobserved) και το μήκος φλόγας (FLobserved) και επισημάνθηκαν κρίσιμα ποιοτικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους όπως ο τύπος δασικής πυρκαγιάς, η πιθανή μετάδοση με κάφτρες, η πιθανή εκδήλωση εκρηκτικής συμπεριφοράς, η εξέλιξη σε στενή κοιλάδα ή φαράγγι, κ.α.. Ταυτόχρονα, μετρήθηκαν και καταγράφηκαν οι μετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούσαν και τεκμηριώθηκαν οι δασικοί τύποι βλάστησης και το γεωμορφολογικό ανάγλυφο των περιοχών όπου εξαπλώνονταν η πυρκαγιά. Ιδιαίτερα για τις περιπτώσεις μελέτης των μέγα-πυρκαγιών, το σύνολο των δεδομένων που αποκτήθηκε από τις πολυήμερες εργασίες πεδίου κατά τη διάρκεια της εξέλιξής τους, εμπλουτίστηκε επιπλέον με χρήσιμες πληροφορίες που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια επισκέψεων στις πυρόπληκτες περιοχές, μετά την κατάσβεση των πυρκαγιών. Κατά τις επισκέψεις αυτές δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στις μαρτυρίες του τοπικού πληθυσμού και των στελεχών δημοσίων φορέων και υπηρεσιών, πρακτική η οποία εφαρμόζεται διεθνώς σε ανάλογες περιπτώσεις (Byram1954). Οι πληροφορίες αυτές ήταν σχετικά εύκολο να αξιολογηθούν, λόγω της συνολικής αντίληψης που είχε αποκτηθεί από τις πολυήμερες εργασίες πεδίου σε πολλά διαφορετικά σημεία όταν οι πυρκαγιές εξελίσσονταν.

 

Πίνακας 1: Οι δώδεκα τεκμηριωμένες δασικές πυρκαγιές του 2007.

Table 1: The twelve documented forest firesof 2007.

Πυρκαγιά

Έναρξη (ώρα – ημερομηνία)

Διάρκεια (ημέρες)

Καμένη έκταση (ha)

1. Στεφάνης Βοιωτίας - Πάρνηθας

19:30 - 27/06/07

3

5.045

2. Κουταλάδων Υμηττού

14:50 - 16/07/07

41

3.1 Ακροκορίνθου

16:00 - 17/07/07

1.605

3.2  Χιλιομοδίου Κορινθίας

14:30 - 18/07/07 αναζωπύρωση της 3.1

2

4. Κουνηνών Αιγίου Αχαΐας

21:30 - 23/07/2007

5

14.306

5. Πεντέλης Αττικής

10:30 16/08/2007

950

6. Σούλου Μεγαλόπολης Αρκαδίας

12:20 - 24/08/2007

3

44.841

7. Παλαιοχωρίου Ηλείας

14:35 - 24/08/2007

5

8. Σέκουλα Ανδρίτσαινας Ηλείας

14:30 - 24/08/2007

9

10. Δόριζας Βαλτετσίου Αρκαδίας

23:00 - 24/08/2007

6

43.328

9. Βάλμης Πηνείας Ηλείας

17:30 - 24/08/2007

6

43.071

11. Κλινδιάς Ωλένης Ηλείας

01:00 - 25/08/2007

7

 

Ειδικότερα, στο πεδίο μετρήθηκαν και καταγράφηκαν οι ακόλουθες μεταβλητές: α) ROSobservedσε km/hτου μετώπου ή διακριτών δακτύλων της πυρκαγιάς και FLobservedσε m, β) η θερμοκρασία αέρα T σε oC με τη χρήση ηλεκτρονικού θερμομέτρου, γ) η σχετική υγρασία αέρα (RH %) με τη χρήση ηλεκτρονικού υγρομέτρου, δ) η ταχύτητα και οι ριπές του ανέμου (km/h) με τη χρήση ηλεκτρονικού ανεμομέτρου, ε) η διεύθυνση ανέμου σε μοίρες από τον Βορρά με χρήση πυξίδας, στ) το είδος βλάστησης και στοιχεία τοπογραφίαςόπως κλίση και έκθεση του γεωμορφολογικού ανάγλυφου, ζ) κρίσιμα ποιοτικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των πυρκαγιών στο σύνολό τους ή σε τμήματα αυτών όπως: η πιθανή μετάδοση με κάφτρες, η εξέλιξη σε στενή κοιλάδα, διάσελο ή κλειστό φαράγγι, ο τύπος πυρκαγιάς (παθητική, ενεργή, ανεξάρτητη κώμης ή επιφάνειας), η εμφάνιση εκρηκτικής συμπεριφοράς, η) το αν η μέτρηση αφορούσε σε εξάπλωση πυρκαγιάς κατά την διεύθυνση του ανέμου ή πλάγια και αντίθετα με αυτήν  θ) γενικά στοιχεία όπως οι ενέργειες και τα μέσα πυρόσβεσης, καθώς και οι συνθήκες που χαρακτήριζαν την κάθε περίπτωση (π.χ. μερική οριοθέτηση περιμέτρου, θέσεις αναζωπυρώσεων, αδυναμία ελέγχου, ύπαρξη ή όχι πεζοπόρων τμημάτων, συμμετοχή ή όχι των κατοίκων στην πυρόσβεση, κλπ).

Σχετικά με τις μετρήσεις των τιμών ROSobserved, με τη χρήση GPS ορειβατικού τύπου (GarminetrexSummit) καταγράφονταν οι γεωγραφικές συντεταγμένες της θέσης του παρατηρητή και με τη χρήση πυξίδας καταγράφονταν τα διαδοχικά οριζόντια αζιμούθια παρατήρησης κατά τη διάρκεια της φωτογράφησης ή της μαγνητοσκόπησης της εξέλιξης της πυρκαγιάς. Έτσι υπήρχε η δυνατότητα εύρεσης των στόχων των φωτογραφικών στιγμιοτύπων και εντοπισμού των στον χάρτη. Το φωτογραφικό και μαγνητοσκοπημένο υλικό τιτλοδοτήθηκε με την ώρα και την ημερομηνία λήψης του. Γνωρίζοντας τις ακριβείς θέσεις των μετώπου της πυρκαγιάς ανά χρονικές στιγμές (AlexanderandThomas, 2003a), υπολογίστηκε στο γραφείο, στο περιβάλλον του λογισμικού ΓΠΣ που χρησιμοποιήθηκε, ο πραγματικός ρυθμός εξάπλωσής της πυρκαγιάς (ROSobserved).

Σχετικά με τις μετρήσεις των τιμών FLobserved, από την επεξεργασία των ψηφιακών φωτογραφιών με απλές τεχνικές επίγειας φωτογραμμετρίας εξήχθη αξιόπιστη μετρική πληροφορία των φυσικών αντικειμένων του περιβάλλοντος, άρα και του μήκους και ύψους φλόγας. Τα στοιχεία αυτά εισήχθησαν στη βάση δεδομένων που δημιουργήθηκε και θα χρησιμοποιηθούν για μελλοντική ανάλυση.

Οι μετεωρολογικές συνθήκες μετρήθηκαν με τη χρήση του ηλεκτρονικού μετεωρολογικού οργάνου ThermoAnemometerHygrometerModelNo. AM4205 (με σφάλμα έως 0.1ο C για τιμές Tαπό 0 έως 50ο C, 0.1 % για τιμές RHαπό 10 έως 95 % και 0.1 km/h για τιμές ταχύτητας ανέμου από 1.4 έως 90 km/h). Σχετικά με το βαθμό επίδρασης των μεγάλων δασικών πυρκαγιών στις επί τόπου μετρούμενες μετεωρολογικές συνθήκες, διακρίνονται δύο περιπτώσεις: α) μετρήσεις που έγιναν από θέσεις εκτός των περιμέτρων και στα πλάγια της εξάπλωσης των πυρκαγιών όπου η επίδραση της πυρκαγιάς στις μετεωρολογικές συνθήκες ήταν μικρή ή αμελητέα και β) μετρήσεις που έγιναν μπροστά από τα μέτωπα των πυρκαγιών ή εντός των καμένων εκτάσεων οι οποίες είναι πιθανόν να αποκλίνουν των πραγματικών μετεωρολογικών συνθηκών που επικρατούσαν. Το σύνολο των μετρήσεων και των πληροφοριών αποθηκεύονταν με αφήγηση, σε πραγματικό χρόνο, σε ψηφιακό καταγραφέα φωνής καθώς ήταν διαρκής η ανάγκη μετακίνησης και επιλογής νέων θέσεων.

                Η καταγραφή πεδίου ακολουθήθηκε από εισαγωγή των δεδομένων σε Γεωγραφικό Σύστημα Πληροφοριών (ΓΣΠ) (λογισμικό ArcGIS 9.2 ArcView Single User της ESRI) και τη δημιουργία χαρτών λεπτομερών χρονικών εξέλιξης της κάθε πυρκαγιάς. Έτσι δημιουργήθηκε μία μικρή μελέτη περίπτωσης (casestudy) για κάθε πυρκαγιά. Στη συνέχεια ακολούθησε η δημιουργία μιας συνολικής βάσης δεδομένων η οποία και αναλύθηκε.

Μερικά από τα επίπεδα πληροφορίας που δημιουργήθηκαν στο ΓΣΠ ήταν: α) τα σημεία έναρξης των πυρκαγιών, β) οι κατά προσέγγιση καμένες εκτάσεις ανά ημέρα (με μέγεθος εικονοστοιχείου 300 περίπου m) για τις πυρκαγιές που εξελίχθηκαν για δύο ή περισσότερες ημέρες (που προέκυψαν από το συνδυασμό χαρτών, δορυφορικών εικόνων χαμηλής διακριτικής ικανότητας του συστήματος FIRMS του Πανεπιστημίου του Maryland, ΗΠΑ, το οποίο αξιοποιεί δορυφορικές εικόνες του  αισθητήρα MODIS Rapid Response System της NASA, καταγραφών πεδίου και μαρτυριών), γ) οι συνολικά καμένες εκτάσεις (με μέγεθος εικονοστοιχείου 10 περίπου m) χωρίς την  αποτύπωση του συνόλου των άκαυτων νησίδων (από χάρτες των Sertithttp://130.79.72.201/documents/greece_2007/greece_2007.html και Environethttp://www.wwf.gr/storage/additional/ParnithPosterBig.jpg, δ) τα σημεία – στάσεις μετρήσεων κατά την εξάπλωση των πυρκαγιών, ε) τα οριζόντια αζιμούθια παρατήρησης, στ) οι θέσεις των μετώπων, ζ) ο ROSobserved μετώπων και δακτύλων πυρκαγιάς, η) οι περιοχές μετάδοσης των πυρκαγιών με κάφτρες, θ) οι περιοχές εφαρμογής αντιπυρός, ι) οι περιοχές όπου διαφορετικές δασικές πυρκαγιές ενώθηκαν σε μία κλπ.

 

Οι μετρήσεις έγιναν σε πυρκαγιές επιφάνειας και σε κώμης (παθητικές, ενεργέςκαιανεξάρτητες), σεαείφυλλα πλατύφυλλα {μακία βλάστηση [π.χ. σχίνος (Pistacialentiscus), πουρνάρι (Quercuscoccifera), φιλλύκι (Phillirealatifolia), κουμαριά (Arbutusunedo), κ.α.]}, χόρτα, πόες, φρύγανακαισεδάσηχαλεπίουπεύκηςκαιελάτης.

Από το σύνολο των μετρήσεων, έγινε επιλογή 70 που αφορούσαν σε εξάπλωση δασικών πυρκαγιών χωρίς πυροσβεστική παρέμβαση, δηλαδή σε πραγματική συμπεριφορά πυρκαγιάς και στη συνέχεια επιλέχθηκαν 42 από αυτές που αφορούσαν σε εξάπλωση πυρκαγιάς σε είδη βλάστησης που μπορούν να αντιπροσωπευτούν από έναν μόνο δασικό τύπο βλάστησης. Οι υπόλοιπες 28 μετρήσεις (με Local=0) ήταν μέσες τιμές ROSobserved πυρκαγιάς η οποία διέτρεξε διαφορετικούς τύπους βλάστησης (με διαφορετική τιμή ROS ανά διαφορετικό τύπο βλάστησης). Οι 20 από τις 42 μετρήσεις ROSέλαβαν χώρα σε υπόροφο αείφυλλων πλατύφυλλων και σε αυτές εστιάστηκε, σε πρώτη φάση, ο έλεγχος της δυνατότητας προβλέψεων με το BehavePlus.

Στις 20 αυτές μετρήσεις περιλαμβάνονται τόσο πυρκαγιές σε θαμνώνες αείφυλλων πλατύφυλλων χωρίς ανώροφο όσο και παθητικές πυρκαγιές κόμης σε πευκοδάση χαλεπίου πέυκης με υπόροφο αείφυλλων πλατύφυλλων θάμνων. Στις τελευταίες ο ρυθμός εξάπλωσης καθορίζεται από την ταχύτητα διάδοσης της φωτιάς στον υπόροφο καθώς κόμες ανάβουν σποραδικά χάρη στη θερμότητα της καύσης του υπορόφου αρκετά μέτρα πίσω από το μέτωπο (VanWagner, 1977).

Για το δείγμα των 20 μετρήσεων, η μέγιστη παρατηρηθείσα τιμή ταχύτητας εξάπλωσης της φωτιάς (ROSobserved) ήταν 11,2 km/h, η ελάχιστη 0,2 km/h και η μέση 3,48 km/h. Στη συνέχεια, με το σύστημα BehavePlus(v. 3.0.2), υπολογίστηκαν τιμές ταχύτητας εξάπλωσης της πυρκαγιάς επιφανείας (ROSestimated) που αντιστοιχούσαν στις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια των παρατηρήσεων. Σε σχέση με τη βλάστηση, ως δεδομένο εισόδου χρησιμοποιήθηκε το μοντέλο καύσιμης ύλης «Θαμνώνες αείφυλλων πλατύφυλλων II (ύψος 1,5 έως 3 m)» Δημητρακόπουλος και άλλοι (2001),  Dimitrakopoulos (2002) με μικρές τροποποιήσεις. Ειδικότερα, το βάρος του ξηροφυλλοτάπητα (litter) – 3,38 t/ha προστέθηκε στο βάρος των λεπτών δασικών καυσίμων της μίας ώρας (1 h) – 14,5 t/ha - οπότε το βάρος των δασικών καυσίμων της 1 h ‘1-h Fuel Load’ υπολογίστηκε σε 17,88 t/ha. Ως ύψος των δασικών καυσίμων ‘Fuel Bed Depth’, αντί του ύψους των 2,18 μ, που  δίδεται στο μοντέλο του Δημητρακόπουλου (2002), χρησιμοποιήθηκε η τιμή 1,5 m ως αντιπροσωπευτικότερη των παρατηρήσεων πεδίου. Ως περιεχόμενο ποσοστό υγρασίας στην νεκρή καύσιμη ύλη πάνω από το οποίο παύει η μετάδοση της φωτιάς (Dead Fuel Moisture of Extinction) ορίστηκε εμπειρικά η τιμή 25% και ως περιεχόμενη θερμότητα στα δασικά καύσιμα (Fuel Heat Content) ορίστηκε η τιμή 20.000 kJ/kg.

 

Αποτελέσματα

               

Τα είκοσι ζεύγη τιμών παρατηρήσεων πεδίου (ROSobserved) και εκτιμήσεων του BehavePlus (ROSestimated) που αφορούσαν την εξάπλωση πυρκαγιάς, αναλύθηκαν με γραμμική παλινδρόμηση χρησιμοποιώντας το λογισμικό SPSS(v. 10.0).

Από την ανάλυση προέκυψε η ακόλουθη εξίσωση:

ROSestimated=0.5246 + 0.9737 * ROSobserved,

μεadj. R2 = 0.931 καιp-valueΗ σταθερά  της εξίσωσης δεν είναι στατιστικά σημαντική (p-value=0,103). Ωστόσο, η τιμή της (0,52) είναι πολύ κοντά στο μηδέν ένδειξη ότι οι εκτιμώμενες τιμές είναι σχετικά κοντά με τις παρατηρηθείσες. Αυτό επιβεβαιώνεται από την τιμή του συντελεστή που ορίζει την κλίση της ευθείας (0,97), που είναι σχεδόν ίσος με την μονάδα και που είναι στατιστικά σημαντικός (p-value

 

Συζήτηση – Συμπεράσματα

Μοντελοποίηση της εξάπλωσης πυρκαγιών

Οι συνθήκες που επικράτησαν κατά το θέρος του 2007 ήταν σαφώς πολύ δύσκολες και έδωσαν πυρκαγιές με ακραία συμπεριφορά. Οπωσδήποτε δεν δίνεται συχνά η ευκαιρία για τη συλλογή παρατηρήσεων σε τέτοιες συνθήκες. Μάλιστα, η αδυναμία του πυροσβεστικού μηχανισμού να ανταποκριθεί στις πολλές και ταυτόχρονες πυρκαγιές έδωσε την ευκαιρία για παρατηρήσεις σε πυρκαγιές στις οποίες δεν υπήρχε καθόλου πυροσβεστική παρέμβαση.

Οι 20 μετρήσεις έλαβαν χώρα κατά την πολυήμερη εξάπλωση πραγματικών δασικών πυρκαγιών επιφάνειας σε αείφυλλα πλατύφυλλα σε περιοχές ποικίλων μορφολογικών κλίσεων και σε ευρύ φάσμα μετεωρολογικών συνθηκών το οποίο αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα τους καλοκαιρινούς μήνες στην Ελλάδα, καθιστώντας έτσι τα αποτελέσματα της ανάλυσης ιδιαίτερα σημαντικά: η σχετική υγρασία του αέρα κυμάνθηκε από 19 έως 60 %, η θερμοκρασία του αέρα από 21 έως 44 οC, η ταχύτητα του ανέμου από 2 έως 22 km/h και η μορφολογική κλίση από 0 έως 120 %.

Η χρήση του ελαφρά τροποποιημένου δημοσιευμένου μοντέλου καύσιμης ύλης “Θαμνώνες αείφυλλων πλατύφυλλων II (ύψος 1,5 έως 3 m)” του Δημητρακόπουλου (2002) - ως δεδομένο εισόδου στο σύστημα πρόγνωσης BehavePlus, οδήγησε στον υπολογισμό εκτιμώμενων τιμών ρυθμού εξάπλωσης πυρκαγιάς, ικανοποιητικής ακρίβειας και φάνηκε πως ο υπόροφος αείφυλλων πλατύφυλλων αντιπροσωπεύτηκε ικανοποιητικά από το ομώνυμο μοντέλο καύσιμης ύλης.

Παρόλο που περαιτέρω έλεγχος της αξιοπιστίας του μοντέλου καύσιμης ύλης είναι αναγκαίος, με δοκιμή του πρωτότυπου μοντέλου και άλλων τροποποιήσεων, αλλά και με τη χρήση περισσότερων παρατηρήσεων που θα καλύπτουν μεγαλύτερο φάσμα τιμών των περιβαλλοντικών συνθηκών, τα αποτελέσματα της ανάλυσης επιτρέπουν την εξαγωγή του βασικού συμπεράσματος ότι ο συνδυασμός του BehavePlusμε το μοντέλο αυτό μπορεί να εκτιμήσει με ικανοποιητική ακρίβεια τον ρυθμό εξάπλωσης πυρκαγιών επιφάνειας σε υψηλούς θαμνώνες αειφύλλων πλατύφυλλων.

Οι πραγματικές τιμές του ρυθμού εξάπλωσης των δασικών πυρκαγιών που μετρήθηκαν σε διαφορετικούς τύπους δασικής βλάστησης (χόρτα, φρύγανα και δάση ελάτης) κατά την αντιπυρική περίοδο του 2007, έχουν εμπλουτιστεί με νέες μετρήσεις από τις αντιπυρικές περιόδους των ετών 2008 και 2009 και θα συνεχίσουν να εμπλουτίζονται, ώστε να επιτευχθεί στο άμεσο μέλλον μία πλήρης αξιολόγηση του συστήματος BehavePlusκαι των διαθέσιμων δημοσιευμένων μοντέλων καύσιμης ύλης για πρόβλεψη της συμπεριφοράς των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα.

 

Οι τεκμηριωμένες πυρκαγιές του 2007

Από τις δώδεκα πυρκαγιές που τεκμηριώθηκαν, μόνο οι πυρκαγιές 2 και 5 του πίνακα 1 ελέγχθηκαν την ίδια ημέρα από τις πυροσβεστικές δυνάμεις. Η διάρκεια των υπόλοιπων πυρκαγιών ήταν από τρεις έως και εννέα ημέρες. Οι έξι δασικές πυρκαγιές που τεκμηριώθηκαν στην Πελοπόννησο τον Αύγουστο του 2007 ξέσπασαν σε χρονικό διάστημα 12 ½ ωρών μεταξύ τους και οι πέντε από αυτές προκάλεσαν θανάτους πολιτών και πυροσβεστών. Στο σχήμα 3 παρουσιάζεται η εξάπλωσή τους ανά ημέρα από 24/08/2007 έως 01/09/2007. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς και των δώδεκα πυρκαγιών, δεν επέτρεπαν την αντιμετώπισή τους με άμεση προσβολή καθώς ξεπερνούσαν τα όρια αντιμετώπισης από τις επίγειες δυνάμεις, ακόμα και από τα εναέρια μέσα.

Σε πολλές περιπτώσεις, υπήρχε η δυνατότητα και ο διαθέσιμος χρόνος για αποψίλωση περιμετρικά των οικισμών κατά τις βραδινές ή πρωινές ώρες, αλλά σε πολλές από αυτές κάτι τέτοιο δε συνέβαινε από τους κατοίκους. Έτσι, τις μεσημβρινές ώρες (με την αύξηση της ταχύτητας του ανέμου και της θερμοκρασίας και την ταπείνωση της τιμής της σχετικής υγρασίας του αέρα) εμφανίζονταν διαδοχικές αναζωπυρώσεις σε περιοχές των περιμέτρων των πυρκαγιών, οι οποίες εξελίσσονταν και ενώνονταν μεταξύ τους καταστρέφοντας περισσότερες δασικές εκτάσεις, καλλιέργειες και υποδομές και παγιδεύοντας ολοένα και περισσότερους οικισμούς, οι οποίοι - απουσία στοιχειώδους προετοιμασίας – καίγονταν.

Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η αλλαγή διεύθυνσης των ανέμων την 26η Αυγούστου. Από βορειοανατολική μετατράπηκε σε βορειοδυτική και κατά τόπους δυτική, μετατρέποντας τα νοτιοανατολικά και νότια τμήματα των περιμέτρων των πυρκαγιών σε νέα μέτωπα. Από την άλλη μεριά, ακριβώς λόγω αυτής της αλλαγής στη διεύθυνση του ανέμου, κατά την 26η Αυγούστου υπήρχαν μεγάλα χρονικά διαστήματα νηνεμίας όπου, σε πολλές περιπτώσεις, δίνονταν ευκαιρία ελέγχου.

Τις δύο πρώτες ημέρες (24 και 25/08/2007), ο γρήγορος ρυθμός διεύρυνσης των περιμέτρων των πυρκαγιών δεν επέτρεπε την οριοθέτησή τους, υπήρχε διαρκής κίνδυνος εγκλωβισμού πολιτών και πυροσβεστικών δυνάμεων ενώ ο καπνός και τα αέρια από την καύση δυσχέραιναν σημαντικά την αναπνοή στην ευρύτερη περιοχή της δυτικής, κεντροδυτικής Πελοποννήσου. Έτσι, οι προσπάθειες πυρόσβεσης περιορίστηκαν στις περιοχές οι οποίες μπορούσαν να προσεγγιστούν.

Την 24η και την 25η Αυγούστου, κατά τις κρίσιμες ώρες από το μεσημέρι έως αργά το απόγευμα, η μέση τιμή της περιεχόμενης υγρασίας στα λεπτά νεκρά δασικά καύσιμα της μιας ώρας, ήταν 5 % και η ταχύτητα του ανέμου κυμάνθηκε από 5 έως 40 km/h. Έτσι, για τις περιοχές στις οποίες η βλάστηση μπορεί να αντιπροσωπευτεί αξιόπιστα από το τροποποιημένο μοντέλο καύσιμης ύλης αείφυλλων πλατύφυλλων και για μέση μορφολογική κλίση 7 % παρουσιάζονται με τη βοήθεια του BehavePlus 3.0.2 οι τιμές ρυθμού εξάπλωσης και μήκους φλόγας της πυρκαγιάς που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ξεπερνούσαν τα 3 km/hκαι τα 10 m, αντίστοιχα (σχήμα 4).

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι εκτός από την αδυναμία άμεσης προσβολής πυρκαγιάς με τέτοια συμπεριφορά, επιπλέον, ήταν αδύνατη η διαφυγή κάποιου ανθρώπου ο οποίος θα βρισκόταν πεζός κοντά στο μέτωπο. Η μετάδοση των πυρκαγιών με κάφτρες που τεκμηριώθηκε σε πολλές περιπτώσεις, δυσχέραινε ακόμη περισσότερο την κατάσταση, αυξάνοντας εξαιρετικά τις πιθανότητες εγκλωβισμού. Εκτός από το τραγικό δυστύχημα στην Αρτέμιδα όπου εγκλωβίστηκαν 23 πολίτες και πυροσβέστες (Xanthopoulosetal. 2009), κάτι τέτοιο συνέβη σε απόσταση μόλις 350 m νότια του Λεονταρίου Αρκαδίας, στα ανάντη του οικισμού Καλύβια, όπου τέσσερεις άνθρωποι εγκλωβίστηκαν από την πυρκαγιά και έχασαν τη ζωή τους, έχοντας λανθασμένα επιλέξει να διαφύγουν οδικώς από το Λεοντάρι (Αθανασίου, 2008).

Η μελέτη και τεκμηρίωση των δασικών πυρκαγιών βοηθούν στην κατανόηση της συμπεριφοράς της φωτιάς, συνεπώς στην ασφαλή και αποτελεσματική διαχείρισή τους (Countryman 1972). Η σπουδαιότητα της ύπαρξης αρχείου τεκμηριωμένων πυρκαγιών ("casestudiesorhistoriesofwildlandfires”) έχει πολλάκις υπογραμμιστεί από στελέχη Πυροσβεστικών Υπηρεσιών και ειδικούς ερευνητές (π.χ. (Alexander and Thomas 2003b, Byram 1960, Turneretal. 1961, Thomas 1994). Τα αρχεία αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εκπαιδευτικά βοηθήματα αλλά και ως πηγή δεδομένων για ερευνητικούς σκοπούς (Chandler, 1976).

 

Ευχαριστίες

Η έρευνα αυτή σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε στα πλαίσια της μεταπτυχιακής διατριβής του πρώτου συγγραφέα και του ερευνητικού έργου με τίτλο «Τυποποίηση και μεθοδολογία διαχείρισης δασικών καυσίμων στην Αττική» του Ινστιτούτου Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων και Τεχνολογίας Δασικών Προϊόντων του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνας. Το έργο αυτό υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του περιφερειακού επιχειρησιακού προγράμματος Αττικής και συγχρηματοδοτήθηκε, μέσω της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (έργο ΑΤΤ_63), κατά 70% από την Ευρωπαϊκή Ένωση - Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ).

Για την κατασκευή των χαρτών εξέλιξης των πυρκαγιών χρησιμοποιήθηκε καιμέρος των στοιχείων τα οποία είχαν συλλεχθεί μετά το πέρας των πυρκαγιών στον Νομό Ηλείας, από τον κ. Νίκο Ζηρογιάννη οικονομολόγο, στα πλαίσια της εκπόνησης της μεταπτυχιακής του διατριβής, τον οποίον ευχαριστούμε.

  

Fire behavior of the large fires of 2007 in Greece

Miltiadis Athanasiou1, Gavriil Xanthopoulos2

1 EnvironmentalscientistM.Sc. Prevention and Management of Natural Disasters

8 Thoma Paleologou st., 13673Acharnes, e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

2National Agricultural Research Foundation, Greece

Inst. of Mediterranean Forest Ecosystems & Forest Products Technology

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

 

Abstract

This paper concerns on site observations and measurements of wildland fire behavior characteristics during the 2007 fire season in Greece. The values of the environmental variables, present at the time of the start and during the spread of these fires, as well as topography and forest fuels were measured and recorded in the field. Additional information, gathered after the wildfires were over, was also utilized. Consequently, detailed case studies were generated and a total of 70 fire spread observations were recorded and inserted into a database.

For 20 of these observations, concerning rate of fire spread in evergreen schlerophyllous shrubs, estimated values of surface rate of spread were obtained using the BehavePlus fire behavior prediction system, utilizing a slightly modified published fuel model (Dimitrakopoulos et al. 2001, Dimitrakopoulos, 2002) for evergreen-schlerophyllous shrublands (maquis) (1.5 - 3 m)” for Greece. Analysis of these data were showed that the estimated values of surface fire rate of spread (ROSestimated(surface) were correlated quite well with actual values that were measured in the field (ROSobserved). The fuel model for evergreen sclerophyllous shrublands, that was tested, is judged as performing quite well and can be used reliably for surface fire behavior prediction with the BehavePlus system. Further examination in a wider range of conditions is, of course, desirable in order to improve confidence and broaden possible operational uses.

 

Βιβλιογραφία

Alexander, M.E., Thomas D.A., 2003a. Wildland Fire Behavior Case Studies and Analyses: Other Examples, Methods, Reporting Standards, and Some Practical Advice. Fire Management Today, 63 (4): 4-12.

Alexander, M.E., Thomas D.A., 2003b. Wildland Fire Behavior Case Studies and Analyses: Value, approaches, and practical uses. Fire Management Today, 63(3): 4-8.

Αθανασίου, Μ., 2008. Συμπεριφορά Δασικών Πυρκαγιών στην Ελλάδα: Χαρακτηριστικά και Πρόγνωση. Μεταπτυχιακή Διατριβή Ειδίκευσης. Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών ‘Πρόληψη και Διαχείριση Φυσικών Καταστροφών’, Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Τμήμα Γεωπληροφορικής και Τοπογραφίας του Tεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Σερρών. Σελ 140.

Andrews, P.L., 2007. BehavePlus fire modeling system: Past, present, and future. In Proceedings of 7th Symposium on Fire and Forest Meteorological Society. 23-25 October 2007, Bar Harbor, Maine.

Burgan, R.E., Rothermel, R.C. 1984. BEHAVE: fire behavior prediction and fuel modelling system—FUEL subsystem. Gen. Tech. Rep. INT-167. Ogden, UT: U.S. Department of Agriculture, Forest Service, Intermountain Forest and Range Experiment Station. 126 p.

Byram, G.M., 1954. Atmospheric conditions related to blowup fires. Stn. Pap. No. 35. Asheville, NC: USDA Forest Service, Southeastern Forest Experiment Station. [Reprinted as: National Fire Equipment System Publication NFES 2565 by the National Wildfire Coordinating Group, Boise, ID.]

Byram, G.M., 1960. A problem analysis and proposed research program for the Southern Forest Fire Laboratory. Macon, GA: USDA Forest Service, Southeastern Forest Experiment Station, Southern Forest Fire Laboratory.

Chandler, C.C., 1976. Meteorological needs of fire danger and fire behavior. In: Baker, D.H.; Fosberg, M.A., tech. coords. Proceedings of the Fourth National Conference on Fire and Forest Meteorology; 1976 November 16–18; St. Louis, MO. Gen. Tech. Rep. RM–32. Fort Collins, CO: USDA Forest Service, Rocky Mountain Forest and Range Experiment Station: 38–41.

Countryman, C.M. 1972. The fire environment concept. Berkeley, CA: USDA Forest Service, Pacific Southwest Forest and Range Experiment Station.

Δημητρακόπουλος, Α.Π., Mateeva, V., Ξανθόπουλος, Γ., 2001. Μοντέλα καύσιμης ύλης Μεσογειακών Τύπων βλάστησης της Ελλάδος. Γεωτεχνικά Επιστημονικά Θέματα  ΓΕΩΤΕΕ. Σειρά VI, Τόμος 12(3): 192-206.

Dimitrakopoulos, A.P., 2002, ‘MediterraneanfuelmodelsandpotentialfirebehaviourinGreece’, InternationalJournalofWildlandFire 11(2) 127 – 130.

Rothermel, R.C., 1972. A mathematical model for predicting fire spread in wildland fuels. Res. Pap. INT-115. Ogden, UT: U.S. Department of Agriculture, Forest Service, Intermountain Forest and Range Experiment Station. 40 p.

Scott, J. H., Reinhardt, E. D., 2001. Assessing crown fire potential by linking models of surface and crown fire behavior. Res. Pap. RMRS-RP-29. Fort Collins, CO: U. S. Department of Agriculture, Forest Service, Rocky Mountain Research Station. 59 p.

Thomas, D. 1994. A case for fire behaviour case studies. Wildfire. 3(3): 45, 47.

Turner, J.A., Lillywhite, J.W., Pieslak, Z., 1961. Forecasting for forest fire services. Tech. Note No. 42. Geneva, Switzerland: World Meteorological Organization.

Van Wagner, C.E., 1977. Conditions for the start and spread of crown fire. CanadianJournal of Forest Research. 7: 23–34.

Ξανθόπουλος, Γ., 1990. Δυνατότητες πρόβλεψης συμπεριφοράς της πυρκαγιάς στα δάση της Ελλάδας. Σελ. 199-203.  Στα πρακτικά του Πανελληνίου Συνεδρίου της Ελληνικής Δασολογικής Εταιρείας, με θέμα "Δασοπονία και Περιφερειακή Ανάπτυξη", 7-9 Νοεμβρίου 1990, Καρπενήσι. 417 σελ.

 Xanthopoulos G., D. X. Viegas, and D. Caballero. 2009. The fatal fire entrapment accident of August 24, 2007, near the village of Artemida, Ilia, Greece. In proceedings of the 10th Wildland Fire Safety Summit, April 27-30, 2009, Phoenix, Arizona, USA (in press).

 

 

ΑΠΟ ΤΟ 14Ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΑΣΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ (2009-ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ)

 

Σχεδιασμός μέτρων και δράσεων για την προστασία και ανάδειξη του δάσους Θινών Βαρθολομιού

Θ. Ζάγκας1, Δ. Καραμανώλης2, Δ. Ράπτης1, Ε. Μανώλης, Δ. Ζάγκας2, Μ. Μησιάκας, Χ. Δαμάσκος, Μ. Μιαούλης, και Θ. Ζάγκα

 

1 Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος, Εργαστήριο Δασοκομίας. e-mail. Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

2 Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος, Εργαστήριο Διαχειριστικής.

 

Περίληψη

        Το Δάσος Βαρθολομιού είναι ένα τεχνητό δάσος το οποίο ιδρύθηκε από τη Δασική Υπηρεσία τις δεκαετίες 1950 και 1960, με σκοπό την προστασία των γεωργικών εκτάσεων και των οικισμών της περιοχής από την αιολικά μεταφερόμενη άμμο. Η περιοχή ανήκει φυτοκοινωνιολογικά στην ευμεσογειακή ζώνη βλάστησης (Quercetalia ilicis) στην υποζώνη του Oleoceratonion και στον αυξητικό χώρο Oleo-leutiscetum.Τα είδη από τα οποία συντίθεται το δάσος είναι: Pinushalepensis,Pinusbrutia, Pinuspinea, Pinus maritima, Acacia cyanophylla, Eucalyptus camaldulensis, Cupressus sempervirens, κλπ. Από τη διεξαχθείσα έρευνα στην περιοχή, διαπιστώθηκε ότι το δάσος κινδυνεύει από τις δασικές πυρκαγιές, αλλά και διάφορες δευτερογενείς προσβολές. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητη η λήψη των κατάλληλων μέτρων που θα ενισχύσουν την ασφάλεια και τη ζωτικότητα του δάσους. Λαμβάνοντας υπ’ όψη την αρχή της προστασίας, της αειφορίας, της συμβατότητας έργων και της οικονομικότητας προτείνονται τα απαραίτητα έργα και δράσεις τα οποία θα συμβάλλουν στην αποτελεσματική του προστασία αφ’ ενός και στην ανάδειξή του αφετέρου, προς όφελος της τοπικής αλλά και της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα.

 

Λέξεις κλειδιά: Sustainable development, integrated management, artificial forests, sand dunes, stabilization

 

1. Εισαγωγή

         Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί κυρίαρχο ζήτημα στις μέρες μας. Αυτός είναι ο λόγος που το ενδιαφέρον των διεθνών οργανισμών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των εθνικών οργανισμών, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και της κοινωνίας των πολιτών για την προστασία του περιβάλλοντος διαρκώς μεγαλώνει.

        Τα τελευταία χρόνια ο όρος ανάπτυξη κυριαρχεί παγκόσμια. Αυτό συμβαίνει και στη χώρα μας η οποία επιδιώκει βελτίωση των δεικτών ανάπτυξης σε όλους τους τομείς της οικονομίας, με ιδιαίτερη βαρύτητα στον τριτογενή τομέα. Σ’αυτή τη διαδικασία προτεραιότητα έχουν οι παραθαλάσσιες περιοχές τόσο της ηπειρωτικής όσο και της νησιωτικής χώρας. Δεν είναι όμως λίγες και οι ορεινές περιοχές που προσπαθούν να αναπτυχθούν κυρίως οικοτουριστικά (Ζάγκας 2007).

        Τα ερωτήματα όμως που τίθενται είναι αν η επιχειρούμενη αυτή ανάπτυξη είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, εάν η πολιτική που ακολουθείται είναι η πρέπουσα, εάν τα μέσα τα οποία χρησιμοποιούνται είναι τα κατάλληλα, εάν αξιοποιούνται όλες οι δυνατότητες των περιοχών αυτών και τέλος εάν λαμβάνεται μέριμνα για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και την αντοχή των όποιων επιλογών στο μέλλον (Wheeler 2004).Τα παραπάνω επισημαίνονται για το λόγο ότι η μέχρι σήμερα πολιτική δεν είναι προς τη σωστή κατεύθυνση αφού δεν προωθεί τον ολοκληρωμένο σχεδιασμό και την αειφόρο ανάπτυξη. Απεναντίας υπερτονίζει δυσανάλογα και επιλεκτικά μεμονωμένους τομείς, παραμερίζοντας διαχρονικές αξίες όπως είναι το ανεπανάληπτο φυσικό περιβάλλον και η πολιτιστική κληρονομιά αλλά και σημαντικές οικονομικές δραστηριότητες της ελληνικής υπαίθρου (παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας, οικοτεχνίας, λαϊκής τέχνης κ.λ.π) (Fennel 2004).

        Ο Δήμος Βαρθολομιού ευτύχησε να αποκτήσει στο παρελθόν ένα πρωτότυπο παγκόσμια τεχνητό δάσος το οποίο μετά από πολλούς κόπους και προβλήματα, εγκαταστάθηκε από τη Δασική Υπηρεσία στην ευρύτερη περιοχή των θινών. Κύριος σκοπός του δάσους ήταν η προστασία της περιοχής από τα προϊόντα της αιολικής διάβρωσης και πιο συγκεκριμένα η προστασία των γεωργικών εδαφών αλλά και των οικισμών και των κατοίκων τους από την αιολικά μεταφερόμενη άμμο. Η αξία του δάσους έγινε σύντομα αντιληπτή από τους κατοίκους της περιοχής αφού από τη μια στιγμή στην άλλη προστατεύτηκε αποτελεσματικά η γεωργική γη και αναβαθμίστηκε το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούσαν. Μέρος αυτού του δάσους καταστράφηκε από δασική πυρκαγιά το καλοκαίρι του 2007.

        Κύριο μέλημα της παρούσας έρευνας είναι η αποτελεσματικότερη προστασία του δάσους και του φυσικού περιβάλλοντος εν γένει στην ευρύτερη περιοχή και η αξιοποίησή του στη συνέχεια, με το σχεδιασμό και την εφαρμογή των απαραίτητων δράσεων (μέτρων) και την υλοποίηση των αναγκαίων έργων υποδομής.

        Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι:

-    Η ανάλυση του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής του δάσους των Θινών μέσω μιας κατά το δυνατόν λεπτομερούς περιγραφής όλων των συνιστωσών.

-    Η  εκτίμηση της παρούσας κατάστασης από οικολογική άποψη, από υλωρική άποψη και από άποψη  αξιοποίησης της περιοχής.

-    Ο σχεδιασμός δέσμης μέτρων και έργων για την προστασία της περιοχής από κάθε μορφής κίνδυνο αλλά και την αξιοποίησή της κατά τέτοιο τρόπο που η παρουσία του ανθρώπου θα αποβεί προς όφελος και όχι σε βάρος του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής και ιδιαίτερα των δασών της.

-    Η παρακολούθηση της φυσικής αναγέννησης στην πληγείσα από τις δασικές πυρκαγιές έκταση και η λήψη των απαραίτητων μέτρων για την ταχύτερη επανεγκατάσταση λειτουργικού δάσους.

 

2. Υλικά και μέθοδοι

Περιοχή έρευνας

        Η περιοχή των Θινών Βαρθολομιού καλύπτει μια αρκετά μεγάλη αμμώδη έκταση μεταξύ της παραλίας του ομώνυμου Δήμου ( Νότιο Όριο) και των γεωργικά καλλιεργούμενων εκτάσεών του (Βόρειο Όριο).Το ανατολικό όριο των Θινών αποτελεί ο ποταμός Πηνειός και η αγροτική περιοχή του Δ.Δ. Καλυβίων ενώ το δυτικό όριο αποτελεί η αγροτική περιοχή του Δ.Δ. Λυγιάς και του οικισμού της Γλύφας. Στην έκταση αυτή εκτείνεται το Προστατευτικό-Αισθητικό δάσος των Θινών Βαρθολομιού το οποίο αποτελεί τμήμα του τεχνητού δάσους των Θινών Βαρθολομιού-Παλαιοχωρίου-Ροβιάτας-Σαβαλίων-Αμαλιάδας. Το δάσος αυτό προήλθε από έργα τεχνητής δάσωσης τα οποία ξεκίνησε η Δασική Υπηρεσία στην περιοχή το έτος 1954.

        Την υλοποίηση του έργου εμπνεύστηκε και έκανε πράξη ο αείμνηστος Δασολόγος Γιάννης Γκουράσας του οποίου η προτομή σε κεντρικό σημείο της περιοχής θα μας θυμίζει πάντα το πρωτοποριακό του εγχείρημα στην περιοχή.

        Το καλοκαίρι του 2007, δυστυχώς δεν γλίτωσε από τη λαίλαπα των δασικών πυρκαγιών στα δάση της Δυτικής Πελοποννήσου, ούτε το δάσος των Θινών Βαρθολομιού. Σημαντική έκταση του δάσους καταστράφηκε από τη φωτιά. Ευτυχώς παρατηρείται ικανοποιητική αναγέννηση και ελπίζουμε με τη λήψη των απαραίτητων προληπτικών μέτρων και μια συστηματικότερη διαχείριση του δάσους το κακό να σταματήσει εδώ.

        Η έκταση του δάσους Θινών Βαρθολομιού ανέρχεται σε 13.370 στρέμματα  περίπου.

        Στην περιοχή έρευνας, δεν λειτουργεί για μεγάλο χρονικό διάστημα κάποιος μετεωρολογικός σταθμός ο οποίος θα μας έδινε λεπτομερείς πληροφορίες γι’ αυτήν. Πλησιέστερος στην περιοχή Μ.Σ. είναι αυτός της Ανδραβίδας. Με βάση τα στοιχεία αυτού του Μ.Σ. οι κλιματικές συνθήκες προσδιορίζονται ως εξής:

Μέση ετήσια θερμοκρασία 17,8 C°

Μέσο ετήσιο ύψος βροχής 744,5mm

Μέση σχετική υγρασία 72%

        Από γεωλογική άποψη η περιοχή ανήκει στον Τεταρτογενή ή Καινοζωϊκό γεωλογικό αιώνα και στην Πλειστόκενη (Πλειστόκενο) διάπλαση ή Ανθρωπολογικό αιώνα (Διλούβια και Αλούβια). Στη διάρκεια του γεωλογικού αυτού αιώνα, σχηματίσθηκε από τις προσχώσεις του Πηνειού Ποταμού, η πεδιάδα της Αμαλιάδας κατ’ αρχήν και στη συνέχεια η περιοχή των Θινών. Πρόκειται δηλαδή για Νεογενείς εκτάσεις.

 

Ειδικότερα η περιοχή των Θινών δημιουργήθηκε από τη συνδυασμένη δράση της διαβρωτικής και παρασυρτικής ενέργειας των ρεόντων υδάτων της βροχής, της θάλασσας (κύματα) και του ανέμου (αιολική ενέργεια).

        Τα εδάφη της περιοχής είναι νέα χωρίς τη γνωστή εξέλιξη της εδαφογένεσης αξονικά, ολοσχερώς αμμώδη και ως εκ τούτου χωρίς ίχνος οργανικής ουσίας.

        Η περιοχή των Θινών Βαρθολομιού χαρακτηρίζεται από ήπιο ανάγλυφο και στις θέσεις όπου αυτή δεν είναι επίπεδη, οι υψομετρικές διαφορές οφείλονται στους μικρού ύψους αμμόλοφους οι οποίοι διαμορφώνουν ιδιαίτερης οικολογικής σημασίας μικροπεριβάλλοντα. Η ύπαρξη των μικρών αμμόλοφων και ιδιαίτερα των σταθεροποιημένων εντός της δασωθείσης περιοχής, συμβάλλουν στη δημιουργία ιδιαίτερης αξίας μικροπεριβαλλόντων.

        Η περιοχή των Θινών Βαρθολομιού ανήκει στην ευμεσογειακη ζώνη βλάστησης Quercetalia ilicis (παραλιακή, λοφώδης και υποορεινή περιοχή). Αν και η περιοχή κατατάσσεται στην υποζώνη του Quercion ilicis (υποζώνη αριάς) τα χαρακτηριστικά είδη της Pistacia lentiscus  (Σχίνος), Olea europaea var. silvestris (Αγριελιά), Myrtus communis (Μυρτιά) κ.λ.π μας οδηγούν στην υποζώνη του Oleoceratonion και πιο συγκεκριμένα στον αυξητικό χώρο του Oleo-lentiscetum (Ντάφης 1973). Η χλωρίδα της περιοχής είναι αρκετά πλούσια λόγω της ποικιλίας των μικροπεριβαλλόντων τα οποία απαντώνται σε αυτή. Εκτός από τα αυτοφυή είδη, στην περιοχή έχουν εισαχθεί και αρκετά είδη ελληνικά και ξενικά, στα πλαίσια των προγραμμάτων αναδάσωσης τα οποία υλοποιήθηκαν στην περιοχή.

 

Αυτοφυή είδη

Δένδρα

Quercus pubescens                         

Ulmus campestris                           

Fraxinus ornus                                 

Pyrus amygdaliformis                   

Olea europaea var.silvestris   

Tamarix parviflora              

Salix alba

Εισαχθέντα

Pinus maritima                   

Pinus halepensis                  

Pinus pinea         

Pinus brutia        

Acacia cyanophylla           

Eycalyptus camaldulensis

Fraxinus angustifolia       

Liquidambar orientalis     

Cupressus sempervirens    

Cercis siliquastrum            

Robinia pseudacacia        

Aeilanthus glandulosa

Populus alba       

Populus euroamericana

 

Θάμνοι

Pistacia lentiscus               

Myrtus communis               

Nerium oleander

Phillyrea latifolia              

Vitex agnus castus             

Cistus incanus

Arundo donax     

Rubus tomentosus              

Smilax aspera     

Quercus coccifera              

Typha sp.              

Juniperus phoenicea         

Satureja thympra               

Erica vecticillata               

Crataegus sp.      

Pyracantha coccinea        

Opundia phicus indica

Η περιοχή χαρακτηρίζεται από μια σχετικά πλούσια πανίδα ως αποτέλεσμα της ποικιλίας βιοτόπων οι οποίοι περικλείονται εντός της περιοχής έρευνας ή γειτονεύουν με αυτή.

  

Μέθοδος έρευνας

        Για τη διεξαγωγή της παρούσας έρευνας έγινε λεπτομερής αναγνώριση της περιοχής και συλλέχθηκαν στοιχεία υπαίθρου το διάστημα Ιούνιος 2008-Μάιος 2009.

Συγκεκριμένα, έγιναν οι παρακάτω εργασίες:

-    Χαρτογράφηση του δάσους,

-    Εντοπισμός επικίνδυνων τμημάτων

-    Δασοκομικοοικολογική ανάλυση του δάσους (Δασοκομική μορφή, Ζωτικότητα, Σταθερότητα),

-    Ανάλυση του τοπίου της περιοχής (Οπτική κυρίως, με βάση την Οπτική Απορροφητική Ικανότητα) και τα χαρακτηριστικά του.

-    Σχεδιασμός μέτρων και δράσεων για την προστασία και ανάδειξη του δάσους Θινών.

Αποτελέσματα έρευνας

Σύνθεση και δομή του δάσους

Το εγχείρημα της ίδρυσης του δάσους ξεκίνησε το έτος 1954. Δοκιμάστηκαν πολλά είδη ιθαγενή και ξενικά εκ των οποίων τα σημαντικότερα τα οποία επικρατούν σήμερα είναι: Pinus maritima, Pinus halepensis, Pinus pinea, Pinus brutia, Acacia cyanophylla, Eucalyptus camaldulensis, Cupressus sempervirens. Οι συστάδες του δάσους εμφανίζουν κατά κανόνα αμιγή μορφή παρότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που τα παραπάνω είδη βρίσκονται σε μίξη δημιουργώντας εικόνες απαράμιλλης αισθητικής. Πιο χαρακτηριστικές είναι οι αντιθέσεις ειδών Πεύκης-Κυπαρισσιού, με χαρακτηριστικότερη αυτή της Κουκουναριάς-Κυπαρισσιού, αλλά και πλατύφυλλων- Κυπαρισσιού.

        Το δάσος στο μεγαλύτερό του μέρος συντίθεται από ομοιόμορφες ομήλικες συστάδες. Λόγω όμως του μεγάλου διαστήματος που διήρκεσαν οι αναδασώσεις και των ακραίων εδαφικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή εμφανίζονται κατά θέσεις ανομήλικες συστάδες απρόσμενα υψηλής αισθητικής.

        Το δάσος εμφανίζει ασυνέχειες διακοπτόμενο από μικρότερα ή μεγαλύτερα διάκενα, γεγονός που του προσδίδει ανομοιομορφία, δημιουργεί αντιθέσεις, φυσικές γραμμές και κολπωτά κράσπεδα. Τα διάκενα αυτά αποτελούν μοναδικούς βιοτόπους για όλα τα είδη της πανίδας, αφού τα κράσπεδά τους έχουν τα χαρακτηριστικά των “οικότονων” που συνδυάζουν τη δυνατότητα εύρεσης τροφής αφ’ ενός και τη δυνατότητα κάλυψης και φωλιάσματος αφ’ ετέρου.

        Στην περιοχή ευδοκιμεί πληθώρα θάμνων οι οποίοι αποτελούν πολύτιμα λειτουργικά στοιχεία των οικοσυστημάτων της περιοχής, αλλά και σημαντικά στοιχεία αισθητικής του τοπίου. Σημαντικότεροι θάμνοι στην περιοχή είναι: Pistacia lentiscus, Myrtus communis, Rubus tomentosus, Nerium oleander, Phillyrea latifolia, Vitex agnus castus, Arundo donax, Smilax aspera, Juniperus phoenicea, Satureja thympra, Erica vecticillata, κ.α. Οι περισσότεροι από τους παραπάνω θάμνους εκτός από τον αισθητικό και τον οικολογικό ρόλο,  έχουν μεγάλη συμβολή στη μελισσοκομία η οποία έχει έντονη δραστηριότητα στην περιοχή.

Εκτίμηση κινδύνων

Οι κίνδυνοι που απειλούν το δάσος Θινών Βαρθολομιού είναι:

-    Οι δασικές πυρκαγιές,

-    Οι ανεμοθλασίες και

-    Οι δευτερογενείς προσβολές από μύκητες και έντομα.

Δασικές πυρκαγιές

Οι δασικές πυρκαγιές είναι η μεγαλύτερη απειλή για το δάσος Θινών Βαρθολομιού. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να ληφθούν όλα τα προληπτικά μέτρα για την αποφυγή κάποιας καταστροφικής πυρκαγιάς. Αυτό το οποίο συνέβη το 2007 δεν θα πρέπει επ’ ουδενί λόγο να επαναληφθεί. Τα μέτρα τα οποία θα πρέπει να ληφθούν είναι:

  • Σε επίπεδο πρόληψης 

-    Χαρτογράφηση και επισήμανση περιοχών αυξημένου ρίσκου,

-    Διαπαιδαγώγηση και εκπαίδευση του πληθυσμού,

-    Έργα μείωσης του κινδύνου που σχετίζεται με τη δασική καύσιμη ύλη (Δασοκομικοί χειρισμοί, Αντιπυρικές ζώνες, Δρόμοι, κλπ.),

-    Αντιμετώπιση ειδικών περιπτώσεων (δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, χώροι απόθεσης απορριμμάτων, εργασίες υπαίθρου, μελισσοκομία, κλπ.),

-    Τεχνικά έργα (υδατοπαροχές, δεξαμενές, πυροσβεστικοί κρουνοί, υδροστόμια, κλπ.),

-    Ανάπτυξη σταθερών μέσων ανίχνευσης πυρκαγιών (πυροφυλάκια, ηλεκτρονικά μέσα, κλπ).

  •  Σε επίπεδο προκαταστολής 

-    Ανίχνευση και οργάνωση συστήματος εντοπισμού και αναγγελίας πυρκαγιάς (πυροφυλάκια, μεταφερόμενες μονάδες, ευέλικτο πυροσβεστικό όχημα, τηλεπικοινωνίες, ασκήσεις ετοιμότητας),

-    Εκτέλεση και συντήρηση έργων,

-    Οργάνωση εθελοντών,

-    Έκδοση ημερήσιου χάρτη πρόβλεψης κινδύνου πυρκαγιάς,

-    Προληπτική απαγόρευση κυκλοφορίας,

-    Εναλλακτικές έξοδοι διαφυγής.

 

  1. Σε επίπεδο καταστολής 

-    Πρώτη προσβολή-Εκκένωση περιοχής,

-    Οργάνωση κατάσβεσης,

-    Τελική κατάσβεση-Φύλαξη αναζωπυρώσεων,

-    Αποκατάσταση πυρόπληκτων περιοχών.

 

Ανεμοθλασίες

Ο κίνδυνος ανεμοθλασιών είναι υπαρκτός λόγω του ότι η περιοχή είναι παραθαλάσσια και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται από συχνούς και ισχυρούς ανέμους. Το δάσος σε πολλά σημεία έχει πολύ μεγάλη πυκνότητα, αφού ουδέποτε αραιώθηκε στο παρελθόν. Ως εκ τούτου τα δένδρα του χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό λυγερότητας (πηλίκο H/D) και από μικρό μήκος κόμης, στοιχεία που κάνουν τα δένδρα ευαίσθητα στις ανεμοθλασίες (Burscel und Huss 1987, Ζάγκας 2000). Χρειάζεται επομένως να εφαρμοστούν άμεσα τα απαραίτητα δασοκομικά μέτρα. Από μετρήσεις μας στην περιοχή προκύπτει ότι η πλειονότητα των δένδρων Χαλεπίου και Τραχείας πεύκης  είναι χαμηλής ζωτικότητας (Πιν. 1), ενώ ο κίνδυνος ανεμοθλασιών είναι πολύ μεγάλος ως αυξημένος για τα είδη πεύκης που φύονται στην περιοχή πλην της κουκουναριάς (Πιν. 2).

 

Δευτερογενείς προσβολές από μύκητες και έντομα

Από τη δασοκομική έρευνα που διενεργήσαμε στην περιοχή προκύπτει ότι στις θέσεις εκείνες που η πυκνότητα του δάσους είναι μεγάλη η ζωτικότητα της πλειοψηφίας των δένδρων βρίσκεται σε κρίσιμα επίπεδα.

      

Α/Α

Δασοπονικό είδος

Ποσοστό Ζωτικότητας ανά κλάσεις

10

20

30

1

Χαλέπιος πεύκη

10

30

60

2

Τραχεία πεύκη

15

30

55

 3

Θαλασσία πεύκη

20

40

40

Πίνακας 1: Ποσοστά ανά κλάση ζωτικότητας σε πυκνές συστάδες Χαλεπίου, Τραχείας και Θαλασσίας πεύκης.

Table 1: Percentage per vigor class in dense Aleppo, Calabrian and Maritime pine stands.  

 

Από τον πίνακα 1 προκύπτει ότι στις συστάδες της Χαλεπίου και Τραχείας πεύκης η πλειονότητα των ατόμων είναι χαμηλής ζωτικότητας και άρα ο κίνδυνος δευτερογενών προσβολών είναι μεγάλος. Λίγο καλύτερα είναι τα πράγματα στις συστάδες Θαλασσίας πεύκης, αλλά και εκεί το 40% των ατόμων βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση. Για το λόγο αυτό χρειάζεται συστηματική καλλιέργεια του δάσους με παράλληλη διευθέτηση του νεκρού υλικού το οποίο θα προκύψει.

 

Α/Α

Δασοπονικό είδος

Στηθιαία Διάμετρος D1,3 cm

Ύψος H (m)

Μήκος κόμης K

Πηλίκο H/D

Κίνδυνος ανεμοθλασιών

1.

Pinus halepensis

20,1

15,1

4,69

75

Πολύ μεγάλος κίνδυνος

2.

Pinus Brutia

17,8

11,7

4,61

66

Αυξημένος κίνδυνος

3.

Pinus maritima

20,5

12,3

4,86

60

Αυξημένος κίνδυνος

4.

Pinus pinea

25,1

11,1

8,2

44

Σχεδόν ανύπαρκτος

Πίνακας 2: Αυξητικά χαρακτηριστικά των ειδών πεύκης που φύονται στο δάσος Θινών και κίνδυνος ανεμοθλασιών.

Table 2: Growth characteristics of pine species located in sand-dune forest of Vartholomio in conjunction with wind-damage risk levels.

 

Σχεδιασμός και χωροθέτηση των απαραίτητων κατασκευών και έργων

Για το σχεδιασμό και τη χωροθέτηση των απαραίτητων κατασκευών  και έργων απαιτείται μια λεπτομερής ανάλυση και αναγνώριση των χαρακτηριστικών της περιοχής. Για το λόγο αυτό ερευνήθηκαν οι λεπτομέρειες και τα χαρακτηριστικά των επιμέρους περιοχών και η μορφή των παρεμβάσεων που είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική προστασία καταρχήν της περιοχής και την αξιοποίησή της στη συνέχεια στο πνεύμα της ήπιας αειφόρου ανάπτυξης.

        Επομένως οι αρχές οι οποίες θα πρυτανεύσουν είναι:          

-    Η αρχή της προστασίας των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος γενικότερα.

-    Η αρχή της αειφορίας και της αειφόρου ανάπτυξης ειδικότερα.

-    Η αρχή της συμβατότητας των κάθε είδους κατασκευών με τα χαρακτηριστικά της περιοχής και

-    Η αρχή της οικονομικότητας.

Κατόπιν αυτών, τα έργα τα οποία προτείνονται ως απαραίτητα για την αποτελεσματική προστασία και την ανάδειξη της περιοχής είναι:

Δάσος θιμών 

-    Κέντρο ενημέρωσης επισκεπτών.

-    Αμφιθέατρο πολλαπλών σκοπών.

-    Φύτευση κατά μήκος των αντιπυρικών λωρίδων διπλής σειράς κυπαρισσιών κατά τρόπο κυματοειδή με σκοπό την αύξηση της αντοχής των συστάδων έναντι των πυρκαγιών και την αισθητική τους βελτίωση.

-    Φύτευση αναδασωτέας έκτασης στην παραλία των Θινών με μεγάλα δένδρα.

-    Κατασκευή χώρου αναψυχής (υπαίθριου γεύματος).

-    Κατασκευή κτιρίου διοίκησης.

-    Κατασκευή παραθαλάσσιου μονοπατιού.

-    Κατασκευή τριών θέσεων θέας κατά μήκος του παραλιακού μονοπατιού.

-    Κατασκευή εξεδρών ψαρέματος μπροστά από τις θέσεις θέας.

-    Εγκατάσταση υδατοδεξαμενών πολλαπλών χρήσεων, υποστηριζόμενων από φωτοβολταϊκά και γεωτρήσεις.

-    Διάνοιξη δασοδρόμου στο Δυτικό τμήμα του δάσους κυρίως για λόγους αντιπυρικής προστασίας.

-    Κατασκευή δικτύου ποδηλατοδρόμων.

-    Υπογειοποίηση γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, σε μήκος 2,0 χιλιομέτρων.

-    Στάσεις ποδηλάτων σε θέσεις όπου υπάρχει διαθέσιμο νερό.

-    Κατασκευή ενημερωτικών πινακίδων

-    Κατασκευή μακέτας του δάσους και τοποθέτησή της στο κέντρο ενημέρωσης επισκεπτών.

-    Οργάνωση σταθμού πυροπροστασίας.

-    Οργάνωση χώρων αθλοπαιδιών.

-    Ίδρυση μελισσοκομικού πάρκου.

-    Παρακολούθηση φυσικής αναγέννησης.

Φυτώριο πλησίον Ιονικού Χωριού 

-    Ανακαίνιση κτιρίων με σκοπό τη λειτουργία τους ως κέντρου περιβαλλοντικής ενημέρωσης.

-    Κατασκευή υπαίθριου αμφιθεάτρου.

-    Καθαρισμός της βλάστησης.

-    Ανακατασκευή-επισκευή περίφραξης.

-    Διαμόρφωση-κατασκευή εισόδου.

-    Διαμόρφωση χώρου αναψυχής (πλησίον της παραλίας Γλύφας)

-    Σχεδιασμός-­­­­κατασκευή χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων και ποδηλάτων.

-    Καλλιέργεια περιβάλλοντος δάσους.

 

 

Συζήτηση-Συμπεράσματα

 

Από τα όσα αναφέρθηκαν προκύπτουν τα εξής:

-    Το δάσος Θινών Βαρθολομιού είναι ένα δάσος με τεράστιο οικολογικό και επιστημονικό ενδιαφέρον, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και διεθνώς.

-    Το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα του καταστράφηκε από δασική πυρκαγιά το καλοκαίρι του 2007 σημαίνει ότι το δάσος απειλείται με ολική καταστροφή.

-    Ο προστατευτικός και κοινωνικός ρόλος του δάσους είναι αδιαμφισβήτητος από ειδικούς και μη, αλλά κυρίως από την τοπική κοινωνία η οποία το αναγνωρίζει και ως το σημαντικότερο συστατικό του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής και ένα σημαντικό κεφάλαιο το οποίο θα πρέπει να αποδοθεί ανέπαφο στις μελλοντικές γενιές.

-    Η ανάγκη ολοκληρωμένης διαχείρισης του δάσους υπό το πρίσμα των αρχών της αειφορίας κρίνεται επιτακτική (Gordon 1993, Noss 1993, Ticknor 1993, Toman 1993).

-    Δεσπόζουσα θέση στο σύστημα αυτό διαχείρισης θα πρέπει να έχει η προστασία του δάσους από κάθε μορφής κίνδυνο και κυρίως από πυρκαγιές.

-    Τα μέτρα προστασίας στα οποία θα πρέπει να δοθεί η μεγαλύτερη βαρύτητα θα είναι τα  προληπτικά.

-    Με δεδομένη την αποτελεσματική προστασία του δάσους θα πρέπει να υλοποιηθούν έργα υποδομής συμβατά με το χαρακτήρα της περιοχής και τις αρχές της αειφόρου ανάπτυξης.

-    Το δάσος θα πρέπει να αντιμετωπισθεί υπό το πρίσμα της ενεργού διαχείρισης με πρώτο στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας έναντι πιθανών κινδύνων.

-    Παρακολούθηση της φυσικής αναγέννησης του δάσους και λήψη των απαραίτητων δασοκομικών μέτρων για την καλύτερη εξέλιξη των νεαρών συστάδων και την ταχύτερη επανεγκατάσταση του δάσους (Zagasetal. 2004, Tsitsonietal 2004).

Βιβλιογραφία

Burschel P., Huss J., 1987, Grundriss des Waldbaus, Verlag Paul Parey, Hamburg and Berlin (S. 352).

Fennel D., 2003, Ecotourism, Second Edition, Routledge, London and N. York

Ντάφης Σπ., 1973, Ταξινόμηση της δασικής βλάστησης της Ελλάδος, Επ. Επ. Γεωπονοδασολογικής Σχολής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τόμος: 15/2: 75-91.

NossR., 1993, Sustainableforestryorsustainableforests?, In: DefiningSustainableForestry, Eds. Aplet G., Johnson N., Olson J. and Sample A.: 17-43, Island Press, Washington, D.C., Covelo, California.

Gordon C., 1993, Ecosystem management: An idiosyncratic overview, In: Defining Sustainable Forestry: Eds. Aplet G., Johnson N., Olson J. and Sample A.: 240-244, Island Press, Washington, D.C., Covelo, California.

Ticknor W., 1993, Sustainable Forestry: Redefining the role of Forest Management, In: Defining Sustainable Forestry, Eds. Aplet G., Johnson N., Olson J. and Sample A.: 260-269, Island Press, Washington, D.C., Covelo, California.

Toman M., 1993, Defining an Economics of Sustainable Forestry: General Concepts, In: Defining Sustainable Forestry, Eds. Aplet G., Johnson N., Olson J. and Sample A.: 270-279, Island Press, Washington, D.C., Covelo, California.

Tsitsoni T., Ganatsas P., Zagas T., Tsakaldimi M., 2004, Dynamics of postfire regeneration of Pinus brutia Ten. In an artificial forest ecosystem of northern Greece, Plant Ecology 171: 165-174.

Wheeler S., 2004, Planning for sustainability, Routledge, London and N. York.

Zagas T., Ganatsas P., Tsitsoni T., Tsakaldimi M., 2004, Post-fire regeneration of Pinus halepensis Mill. Stands in the Sithonia Peninsula, northern Greece, Plant Ecology 171: 91-99.

          Planning measures and actions for the protection and promotion of the sand-dune forest of Vartholomio.

                Th. Zagas 1, D. Karamanolis 2, D. Raptis 1, Ε. Manolis, D. Zagas 2, Μ. Misiakas, C. Damaskos, M. Miaoulis and Th. Zaga.

1 Aristotle University of Thessaloniki, School of Forestry and Natural Environment, Laboratory of Silviculture, e-mail. Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

2 Aristotle University of Thessaloniki, School of Forestry and Natural Environment, Laboratory of Forest Management.

 

Abstract 

The forest of Vartholomio is an artificial forest which was founded by the Forest Service between 1950 and 1960, aiming at the protection of the agricultural lands and settlements of the region from the Aeolian transported sand.The region belongs [fytokoinoniologika] in the [eymesogeiaki] area of vegetation (Quercetalia ilicis) in the sub-band of Oleoceratonion and in the augmentative space Oleo-leutiscetum.The forest is composed by the following species: Pinushalepensis,Pinusbrutia, Pinuspinea, Pinus maritima, Acacia cyanophylla, Eucalyptus camaldulensis, Cupressus sempervirens, etc.According to the research that was carried out in the region, it was realised that the forest is in danger by wildfires, but also by various secondary infections. For this reason the institution of suitable measures is essential, so that the safety and liveliness of the forest is reinforced.Taking under consideration the principles of sustainability, viability, works’ compatibility and economy the appropriate works and actions are proposed that, on the one hand, will contribute to its effective protection, and, on the other hand, in its promotion, so that both the local and the Greek society in general will gain from it.

Key Words: Sustainable development, integrated management, artificial forests, sand dunes, stabilization.

 




 

ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ

(To άρθρο αυτό γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2009 και επικαιροποιήθηκε τον Αύγουστο του 2011. Πολλά από τα προτεινόμενα μέτρα νομοθετήθηκαν αλλά δεν ....υλοποιήθηκαν τουλάχιστον στο σύνολό τους. Ενημερώνουμε ότι αν δεν υλοποιηθούν στην πράξη κάθε νομοθετική ρύθμιση δεν έχει καμία έννοια). 

Σήμερα στην πατρίδα μας και στον κόσμο ολόκληρο είμαστε μάρτυρες μιας βαθιάς και πολύμορφης κρίσης. Η κρίση διατρέχει τις αξίες, τις ιδεολογίες, τις λογικές, στην οικονομία, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης και βέβαια και την χώρα μας.

Μία από τις πιο σημαντικές κρίση, είναι αυτή που στις μέρες μας περιγράφουμε με τις λέξεις «Οικολογική κρίση» που έχει σημαντικές επιπτώσεις στην κλιματική αλλαγή.

Αν και δεν είναι εμφανές ακόμα, στην ουσία η κρίση αυτή είναι του ίδιου του συστήματος. Το σημερινό σύστημα χρωστά την επιτυχημένη μέχρι σήμερα διαδρομή του στο γεγονός ότι μπορεί να παρεμβαίνει μέσα στην ίδια την παραγωγική διαδικασία και να την εντατικοποιεί πολλαπλασιάζοντας και την παραγωγή υπεραξίας.

Το μοντέλο όμως αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί στους τομείς που σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με την Φύση που γνωρίζει δικούς της βιολογικούς ρυθμούς που όταν διαταραχθούν σημαντικά, καταρρέουν.

Στην γεωργία για παράδειγμα και κυρίως την δασοπονία δεν είναι δυνατόν να παρέμβουμε και να εντατικοποιήσουμε τις παραγωγικές διαδικασίες με ανεξέλεγκτους ρυθμούς. Όσες προσπάθειες έγιναν στο παρελθόν εντατικοποίησης της γεωργίας, με την χρήση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων, οδήγησαν σε σοβαρές κρίσεις ρύπανσης του εδάφους και των υδροφόρων οριζόντων, καταστροφή της πανίδας του εδάφους που ουσιαστικά τα καθιστά στείρα, κατασπατάλησης των υδατικών πόρων και φυσικά και σε υποβάθμιση των παραγόμενων προϊόντων.

Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι όσο πιο πολλά κεφάλαια επενδύουμε για να εντατικοποιήσουμε τις βιολογικές διαδικασίες τόσο πιο γρήγορα οδηγούμαστε στην καταστροφή άλλων μορφών κεφαλαίων (όπως για παράδειγμα του εδαφικού κεφαλαίου).

Οι εντατικοποιήσεις στην δασοπονία με διαχειριστικές μεθόδους αποψιλοτικών υλοτομιών και τεχνικής αναδάσωσης, που ευτυχώς δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στην Χώρα μας αλλά είναι πολύ κοινές παγκοσμίως, οδήγησαν συνδυασμένα με την εντατικοιποίηση στην Βιομηχανία, σε τρομακτικές συνέπειες στην αλλαγή του κλίματος που εξελίσσεται με πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς από ότι υπολογίζαμε την δεκαετία του 1990 και σε τρομακτικές καταστροφές.

Δεν είναι υπερβολή λοιπόν να πούμε ότι μια νέα περιβαλλοντική και οικολογική πολιτική είναι αποκλειστικά υπόθεση τροποποίησης των μέχρι σήμερα λογικών ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.

Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι το θέμα αυτό αφορά πια όλα τα έθνη και δεν περιορίζεται πια σε Εθνικά και ταξικά μόνο πλαίσια αλλά επεκτείνεται σε διεθνικά και διαταξικά πλαίσια, με την έννοια ότι διαπερνά τα Έθνη και τις τάξεις.

Είναι λοιπόν ανάγκη το πολιτικό μας σύστημα να αναδείξει και να διορθώσει τις αδυναμίες αυτές διαμορφώνοντας μιαν συνολική και καλά θεμελιωμένη πολιτική «ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» και μέσα από αυτήν να ενώσει τις Εθνικές κοινωνικές δυνάμεις σε Εθνικό Επίπεδο και ταυτόχρονα (παράλληλα) να διαμορφώσει σε Διεθνές επίπεδο ένα παρόμοιο κοινωνικό κίνημα με ανάλογα χαρακτηριστικά.


Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΑΣ

Μετά τις πυρκαγιές του 2009, όσο κυρίως εκείνων του  2007 της Χώρας που κατέκαυσαν συνολικά πάνω από 5.000.000 στρέμματα αλλά και εκείνων του 2000 που κατέκαυσαν 2.150.000 στρέμματα δασών και δασικών εκτάσεων, ο μέχρι σήμερα απολογισμός είναι πραγματικά εφιαλτικός και αγγίζει τα όρια της Εθνικής κρίσης.

Η καταστροφή της Αττικής, της Ζαχάρως Ηλείας με τις τραγικές συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές, του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας, του μέρους του Εθνικού Δρυμού Βάλιας Κάλντας το 2000, του Μαινάλου το 2000, της Χαλκιδικής το 2006,  η εφιαλτική ανεπανάληπτη και ουσιαστικά μη αντιστρέψιμη ολόκληρου του Ορεινού δασικού συμπλέγματος του Γράμμου και μέρους του Ταϋγέτου (πρόκειται για την μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή που δοκιμάσαμε σε όλη την σύγχρονη ιστορία του Κράτους μας), του Πάρνωνα, του Νότιου Πήλιου, της περιοχής Αιγίου, της Νότιας Εύβοιας, της Λακωνίας και το κάψιμο για δεύτερη φορά μέσα σε 8 χρόνια σημείων του Ορεινού όγκου της Πεντέλης, δείχνουν ανάγλυφα την πραγματικότητα.

Είναι λοιπόν ανάγκη να χαραχθεί μια νέα συνολική Πολιτική, αλλά και να χρησιμοποιηθούν νέα εργαλεία και τεχνικές  για το θέμα της προστασίας του περιβάλλοντος και των δασών. Μάλιστα η συζήτηση αυτή πρέπει να είναι διακομματική και κατά την γνώμη μας μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία.

Οι ενέργειές μας πρέπει να χωριστούν σε δύο φάσεις :

  • Στην φάση της νοικοκυρέματος
  • Στην φάση των  θεσμικών αλλαγών για την θωράκισή μας από τα πιθανά φαινόμενα αλλαγής του κλίματος που με απόλυτη σιγουριά θα αντιμετωπίσουμε.


Στο κείμενο αυτό θα περιοριστούμε αποκλειστικά σε προτάσεις για την φάση του "νοικοκυρέματος".

 1. Σήμερα η Χώρα μας διαθέτει όλη την απαραίτητη Νομική θωράκιση για να κάνει μια συνολική πολιτική προστασίας περιβάλλοντος. Όμως παρατηρούνται δεκάδες περιπτώσεις επικαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων από διάφορες υπηρεσίες είτε κρατικές είτε της τοπικής αυτοδιοίκησης ή και ιδιωτικές και περιπτώσεις πολυνομίας που ουσιαστικά ακυρώνουν κάθε νομική θωράκιση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της προστασίας των Δασών. Την πολιτική των Δασών υποτίθεται ότι χαράσσει πρώην Γενική και σήμερα Ειδική Γραμματεία Περιβάλλοντος – Δασών και Φυσικών πόρων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και κλιματικής αλλαγής. Πριν από δύο χρόνια την πολιτική αυτή χάρασσε το Υπουργείο Γεωργίας. Ωστόσο την ευθύνη υλοποίησης της πολιτικής αυτής είχε το Υπουργείο Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης αφού οι Δασικές Υπηρεσίες λειτουργούσαν κάτω από την Διοίκηση των Περιφερειών της Χώρας. Οι δασικοί χάρτες υλοποιούνται από την ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε και άλλη Γραμματεία, στις Προστατευόμενες περιοχές  (με σημαντικά οικοσυστήματα) την προστασία ασκεί ο τοπικός Φορέας διαχείρισης που εποπτεύεται από άλλη Γεν. Γραμματεία αλλά και από τις Δασικές Υπηρεσίες μια και το 90 % των περιοχών αυτών είναι και Δασικό.

Η διαχείριση των ορεινών υδάτων γίνεται από άλλη Ειδική Γραμματεία του ΥΠΕΚΑ και την Δασική υπηρεσία αφού τα περισσότερα νερά προκύπτουν από τις Δασικές εκτάσεις. Η Δασοπυρόσβεση γίνεται από την Πυροσβεστική χωρίς εδώ να παρεμβαίνουν οι Δασικές Υπηρεσίες (πρόκειται για διεθνή πρωτοτυπία).

Το έργο της Δασοφυλακής ασκούσε η Αγροφυλακή, αλλά και η εκφυλισμένη Δασοφυλακή και παράλληλα η Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή η οποία ανήκει στην Κυνηγητική Ομοσπονδία που είναι Ιδιωτικός φορέας και χρηματοδοτείται από πρόσθετες κυνηγητικές εισφορές. Δηλαδή το έργο της Δασοφυλακής υλοποιείται από τρεις υπηρεσίες, από τρεις διαφορετικούς φορείς, δύο Κρατικούς και έναν ιδιωτικό. Εννοείται ότι δεν προβλέπεται ο τρόπος συνεργασίας τους και οι τρείς αυτοί φορείς έχουν οδηγηθεί ήδη ή θα οδηγηθούν στο άμεσο μέλλον, στην απαξίωση χωρίς ουσιαστικό έργο και με παράξενα μεγάλο συνολικό κόστος λειτουργίας. Είκοσι μήνες μετά την ένταξη της Αγροφυλακής στην Δασοφυλακή κανένας πρώην Αγροφύλακας δεν έχει εμφανιστεί στις Δασικές Υπηρεσίες για να αναλάβει καθήκοντα... 

Οπωσδήποτε η δημιουργία  του Νεοσύστατου Υπουργείου Περιβάλλοντος είναι το πρώτο βήμα για να εφαρμοστεί μια ουσιαστική και παραγωγική –αυτοχρηματοδοτούμενη πολιτική στην προστασία του Περιβάλλοντος.

Παρ’ όλα αυτά οι πρώτες Πρωτοβουλίες που πάρθηκαν από την Πρώτη Υπουργό Περιβάλλοντος ήταν η αλλαγή του Δασικού Νομικού πλαισίου βιαστικά και χωρίς να κληθεί η Διοίκηση να διατυπώσει συγκροτημένα τις απόψεις της και βέβαια έχουν δημιουργηθεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που θα θέλαμε να επιλύσουμε. Υποτίθεται ότι η προτεινόμενη αλλαγή του Δασικού Νομικού πλαισίου στοχεύει στην διευκόλυνση της κατάρτισης των δασικών Χαρτών. Όμως σήμερα πραγματοποιούνται οι μελέτες των Δασικών χαρτών και οι οδηγίες που έχουν οι Ανάδοχοι των μελετών αυτών είναι η εφαρμογή του Ν. 3208/03 που θέλουμε να καταργήσουμε.

Επειδή το θέμα είναι τεχνικό θα περιοριστούμε σε ένα μόνο σημείο.

Το Σύνταγμα της Χώρας στο άρθρο 24 αναφέρει ότι : «Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, η οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές)».

Μέχρι σήμερα ξέραμε από την Δασοκομία (Σ.Ντάφης, Εφαρμοσμένη Δασοκομική σελ. 10, ΑΠΘ) και το άρθρο 1.3.ΙΙ του Ν. 3208/03 που πρόκειται να καταργηθεί, ότι η ελάχιστη επιφάνεια του εδάφους για να δημιουργηθεί η έννοια του Δασικού Οικοσυστήματος είναι τα 3 στρέμματα (5 στρέμματα για την Ευρωπαϊκή Ένωση). Μετά την κατάργηση του παραπάνω άρθρου η αναγκαία επιφάνεια του εδάφους έγινε 700 τετραγωνικά. 

Είναι βέβαια αυτονόητο ότι τίθεται θέμα ακόμα και Νομιμότητας των Δασικών χαρτών ή τουλάχιστον αυτό που θα προκύψει ως "Δασικός Χάρτης" θα είναι στην πραγματικότητα αποτέλεσμα συραφής νομοθετημάτων. Οι χάρτες έγιναν με άλλη νομοθεσία και σήμερα ισχύει άλλη νομοθεσία. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει στο «γλέντι» των κάθε λογής συμφερόντων (συντεχνιακά, επιχειρηματικά κλπ) προς δόξα της παλαιότερης πολιτικής που έχει κατακερματίσει το αντικείμενο της προστασίας του Περιβάλλοντος και Ιδίως των Δασών, γεγονός που αντικειμενικά  εξυπηρετεί διάφορα συμφέροντα και πάντως όχι το καλώς εννοούμενο κοινωνικό συμφέρον.

Παρατηρούμε ότι με τα ισχύοντα (και μετά την ψήφιση του παραπάνω Νόμου), οι δασικοί Χάρτες στην Αττική και στην Χαλκιδική που ήδη εκπονήθηκαν είναι σε περιοχές και στην ουσία,  αναπαραγωγή των παλιών Χαρτών της εποχής του 1975-1980 που είχαν συνταχθεί με βάση παλαιότερη Νομοθεσία και φυσικά θα αναπαραχθούν για μια ακόμα φορά τα λάθη τους, μια και οι χάρτες αυτοί έγιναν με παρωχημένα μέσα (με …το μάτι…) χωρίς την χρήση Γεωγραφικών Συστημάτων πληροφοριών, χωρίς ορθοφωτοχάρτες κλπ.

 2. Και ενώ αυτά συμβαίνουν στην Χώρα των χαμένων ευκαιριών,  το 80% των Δασικών Συμπλεγμάτων είναι χωρίς Διαχειριστικές μελέτες που θα μπορούσαν να συνταχθούν με ελάχιστο κόστος. Μάλιστα το παράξενο είναι ότι έχουμε και τα απαραίτητα χρήματα (από το παλιό Ταμείο Δασών που συγκεντρώνει περίπου 36 εκατ. Ευρώ τον χρόνο). 

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι μελέτες αυτές είναι προαπαιτούμενο για την προστασία των δασών μας, την απομάκρυνση του νεκρού και γυρασμένου ξυλώδους όγκου αλλά και την εκπόνηση και των κάθε είδους Ειδικών Δασικών μελετών όπως π.χ την ποσότητας και του τρόπου διαχείρισης των υδάτων, της προστασίας και Διαχείρισης της Άγριας Πανίδας κλπ,  που δεν έχουν συνταχθεί σχεδόν πουθενά αξιόπιστα.

Μάλιστα επειδή ακριβώς δεν έχουμε Μελέτες Διαχείρισης και Προστασίας των δασών μας ολοένα και ελαχιστοποιούνται οι υλοτομίες στα Δάση μας με αποτέλσμα να γίνονται όλο και πιο ευάλλωτα σε δασικές πυρκαγιές, οι τιμές των Δασικών προϊόντων αυξάνουν και οι ανάγκες καλύπτονται σχεδόν αποκλειστικά από εισαγωγές, ενώ στερούμε και την δυνατότητα εξεύρερεσης πρόσθετου εισοδήματος στους παραδασόβιους πληθυσμούς.

Και σαν να μην έφταναν αυτά τα έσοδα του ταμείου δασών ολοένα και μικραίνουν. Θα μπορούσαμε με ένα ποσό της τάξης περίπου 20 εκατ. ΕΥΡΩ να συντάξουμε τις μελέτες προστασίας και Διαχείρισης όλων των Δημόσιων Δασών (οι οποίες θα ισχύουν για 10 χρόνια) και μόνο από τα τέλη των υλοτομιών θα εισπράξουμε κυριολεκτικά εκατονταπλάσια ποσά.   

3. Και βέβαια ούτε λόγος να γίνεται για πρωτοβουλίες πρόληψης των Δασικών πυρκαγιών. Όλα τα αναγκαία προληπτικά μέτρα πρέπει να παρθούν τον επόμενο χειμώνα και οπωσδήποτε πριν τον ερχόμενο Μάρτιο. Μάλιστα στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων τα μέτρα πρόληψης ακολουθούν τις Δασικές Διαχειριστικές μελέτες των Δασών.

Υπάρχει ο κίνδυνος να αναλωθούμε πάλι σε μία πρωτοφανή πρακτική διαμοιρασμού ελάχιστων ποσών σε κάθε λογής Φορέα για να κάνει τάχα πρόληψη των Δασικών πυρκαγιών κατά το πρότυπο της ανεκδιήγητης προηγούμενης Πολιτικής Διοίκησης, που είχε ως αποτέλεσμα τις τεράστιες καταστροφές που όλοι ζήσαμε.

Την ίδια στιγμή που γράφουμε αυτές τις γραμμές πληρώνουμε ακόμα ανυπολόγιστα ποσά για την προστασία των καμένων εκτάσεων της Αττικής από εργολάβους κατά κύριο λόγο της συμπαθούς ειδικότητας των  «μπετατζήδων»... που κάνουν «έργα» που ανατέθηκαν από την προηγούμενη Διοίκηση του παλιού ΥΠΕΧΩΔΕ, χωρίς μελέτες, χωρίς ειδικούς, παραβιάζοντας κατάφορα  κάθε Νομοθεσία αυτών των ειδικών έργων.

Τα άμεσα απλά μέτρα για να μην χάσουμε την Ιστορική ευκαιρία είναι :

  • Να λειτουργήσει ΤΩΡΑ η Ειδική Γραμματεία Δασών προς την κατεύθυνση της υλοποίησης ενός πλήρους σχέδιου προστασίας των Δασών μας και του περιβάλλοντος.
  • Να εκπονηθεί πλήρες σχέδιο με ορίζοντα τριετίας για την Διαχείριση και προστασία όλων των Δασικών συμπλεγμάτων της Χώρας. Ταυτόχρονα μπορεί να συνταχθούν και οι μελέτες διαχείρισης-προστασίας  της άγριας πανίδας και της πυροπροστασίας για κάθε σύμπλεγμα (δεν έγινε).
  • Να αναδιαρθρωθούν και σε πολλές περιπτώσεις να «εξαγνιστούν» οι Δασικές Υπηρεσίες με απλά Διοικητικά μέτρα συμπεριλαμβανομένης της αναδιοργάνωσης της Δασοφυλακής με την συνένωση της Αγροφυλακής, Θηροφυλακής, Δασοφυλακής κάτω από την δασική Υπηρεσία. Η νέα αυτή υπηρεσία δεν κοστίζει ουσιαστικά τίποτα. H Νέα Δασοφυλακή πρέπει να είναι ένστολη και κατά ατομική περίπτωση και ένοπλη όπως είναι και τώρα (δεν έγινε στο σύνολό της).
  • Να ολοκληρωθούν οι Δασικοί Χάρτες όλης της Αττικής με σύγχρονα μέσα. Αυτός ο στόχος είναι αλήθεια ότι έχει τεθεί ήδη από την σημερινή ηγεσία του ΥΠΕΚΑ. Χρειάζονται όμως μερικές τεχνικού χαρακτήρα ρυθμίσεις (Οι ρυθμίσεις έγιναν αλλά άν και ειδικές οδηγίες εφαρμογής τους, οι χάρτες κυρίως στην Αττική και Χαλκιδική που έχουν και τα περισσότερα προβλήματα έγιναν και αναρτώνται αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς που αρκούν για να ακυρώσουν πρακτικά το συνολικό εγχείρημα).
  • Να εκσυγχρονιστεί μέσω κανονιστικών κυρίως Διοικητικών αποφάσεων ο τρόπος λειτουργίας των Υπηρεσιών προστασίας του Περιβάλλοντος. Η κατεύθυνση δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η εξυπηρέτηση του πολίτη και η γρήγορη διεκπεραίωση των συμβατών με το περιβάλλον παραγωγικών πρωτοβουλιών.

Ως πιο σημαντικά θέματα που θέλουν άμεση αντιμετώπιση είναι :

-       Να εκσυγχρονίσουμε τον τρόπο εκμετάλλευσης των Λατομείων μας χωρίς να κάνουμε ούτε σπιθαμή πίσω στους κανόνες προστασίας του Περιβάλλοντος, όπου σήμερα παρατηρούμε ένα καθεστώς πολυνομίας και πολύπλοκων διαδικασιών που συχνά ακυρώνουν μεγάλες επενδύσεις ή οδηγούν σε «ημιπαράνομες» λύσεις με την ανοχή Τοπικών Υπηρεσιών (έγινε).

-       Να αναδιαρθρώσουμε τον τρόπο παροχής ιδίως υποβαθμισμένων εκτάσεων για εγκαταστάσεις Ιχθυοτροφείων που είναι ένας πολύ δυναμικός κλάδος όπου παρατηρούμε το παραπάνω φαινόμενα πολυνομίας και πολύπλοκων συναρμοδιοτήτων (σε εκκρεμότητα).

-       Να επικαιροποιήσουμε το σύστημα προστασίας των παραλιών μας από κάθε είδους ρύπανση και αυθαίρετη δόμηση (προσπάθειες χωρίς αποτέλεσμα).

-       Όσο αφορά την αυθαίρετη δόμηση σε δασικές εκτάσεις και ρέματα έχουν παρθεί πρωτοβουλίες από το ΥΠΕΚΑ μέσω του Ν. 3889/2010 με τις οποίες συμφωνούμε και νομίζουμε ότι θα υλοποιηθούν.

-       Να θεσπίσουμε ένα πλαίσιο σύστασης και λειτουργίας των Εταιρειών ορεινού τουρισμού που σήμερα λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτες.

 -      Να συζητήσουμε ένα σχέδιο αναθεώρησης του συστήματος πρώτης πλήξης και κατάσβεσης των δασικών πυρκαγιών. Η πιο ενδεδειγμένη λύση είναι η δημιουργία ενός φορέα αντιμετώπισης Δασικών πυρκαγιών όπως προέβλεπε η σχετική ομόφωνη διακομματική απόφαση της Βουλής του 1993 η οποία απλώς πρέπει να επικαιροποιηθεί.  Παρόμοιοι φορείς λειτουργούν από χρόνια με παραλλαγές σε όλες τις μεσογειακές Ευρωπαϊκές χώρες.

Στην Ιταλία και Πορτογαλία υπάρχουν ήδη τα ειδικά ένστολα σώματα. Στην Ιταλία είναι το Guarda forestale και στην Πορτογαλία το Corpo forestall, στην Ισπανία το Servicio de prevencion y extintion de incentios forestales ενώ η Γαλλία από καιρό έχει παρόμοιο με την Ισπανία σύστημα.

Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει βέβαια ότι με την νέα οργάνωση δεν θα έχουμε στο μέλλον Δασικές πυρκαγιές. Θα μετριάσουμε όμως τις συνέπειες όπως το έχουν κάνει οι παραπάνω Ευρωπαϊκές Χώρες  που έχουν παρόμοια Μεσογειακά Οικοσυστήματα. Και αυτό το θέμα φαίνεται να το αντιμετωπίζει σωστά αλλά πολύ - πολύ αργά η σημερινή Διοίκηση του ΥΠΕΚΑ.Υπολογίζουμε ότι η οικονομία πόρων μόνο από την ενέργεια αυτή θα είναι πάνω από 1 δις Ευρώ !!!. (Εκτός αν το ζητούμενο δεν είναι η οικονομία αλλά η κατασπατάληση πόρων που δεν νομίζω ότι ισχύει πλέον αλλά δεν μου το βγάζετε από το μυαλό ότι το κριτήριο αυτό βάρυνε πολύ στις πράξεις της προηγούμενης Διοίκησης).

 -      Να επανακαθορίσουμε τον τρόπο λειτουργίας των Φορέων διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών, έτσι ώστε οι Φορείς να αποτελούν πραγματικό εργαλείο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης και όχι Φορείς προγραμμάτων με αμφιλεγόμενο πολυδάπανο μελετητικό μόνο έργο και μάλιστα επαναλαμβανόμενων μελετών και συμπερασμάτων copy-paste.


Φίλες και Φίλοι

Οι εποχές για την προστασία του περιβάλλοντος είναι πολύ δύσκολες. Και πρέπει να βοηθήσουμε όλοι μας. Κυρίως πρέπει να αποβάλλουμε αυτό το πνεύμα «της κοινωνικής συνενοχής» που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια μπροστά στα εγκλήματα του περιβάλλοντος.

Τολμώ να πω πως η προστασία του δεν είναι θέμα των Υπουργείων και των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων είναι υπόθεση ΔΙΚΗ ΜΑΣ. ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ.


Δρ. Ελευθέριος Σταματόπουλος

Δασολόγος – Περιβαλλοντολόγος Μελετητής

Ειδικευμένος στην Διαχείριση – Προστασία Οικοσυστημάτων

Μέλος της αντιπροσωπίας του ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ)

Μέλος του ΔΣ της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΑΣΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

210 92 73 900-2

 

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΤΗΝ ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ

H ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ.

ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΔΑΣΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΟΛΟΙ ΣΥΜΦΩΝΟΥΝ ΑΛΛΆ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΤΟΛΜΑΕΙ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΕΙ
(Ταυτόχρονα και ένα καλό μέτρο εξοικονόμησης 0,3-1 δις τον χρόνο)   

Αθήνα 17/8/2017

1. Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΑΣ. ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ.

Μετά τις πυρκαγιές της Χώρας με τις απερίγραπτες καταστροφές του 2017, του 2016, του 2015, του 2013, του 2012, του 2011, τις δασικές Πυρκαγιές του 2009, του πληγωμένου 2007 που έκαψαν συνολικά άνω των 11.000.000 στρεμμάτων δασών και δασικών εκτάσεων, αλλά και εκείνων του 2000 που κατέκαυσαν 2.150.000 στρέμματα δασών και δασικών εκτάσεων ο μέχρι σήμερα απολογισμός είναι πραγματικά εφιαλτικός και αγγίζει τα όρια της Εθνικής κρίσης.

Η καταστροφή μέρους του αισθητικού δρυοδάσους της Δαδιάς, της Ηλείας (δύο φορές) με τις τραγικές συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές, του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας, του μέρους του Εθνικού Δρυμού Βάλια Κάλντα το 2000, του ελατοδάσους του Μαινάλου το 2000, της Χαλκιδικής το 2006,  η εφιαλτική ανεπανάληπτη και ουσιαστικά δύσκολα αντιστρέψιμη σχεδόν ολόκληρου του Ορεινού δασικού συμπλέγματος του Γράμμου και μέρους του Ταϋγέτου (πρόκειται για την μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή που δοκιμάσαμε σε όλη την σύγχρονη ιστορία του Κράτους μας), του Πάρνωνα, του Νότιου Πήλιου, της περιοχής Αιγίου, της Νότιας Εύβοιας επίσης με νεκρούς, της Λακωνίας και το κάψιμο για δεύτερη φορά μέσα σε 8 χρόνια ολόκληρου του Ορεινού όγκου της Πεντέλης, η παρά τις τοπικές βροχές και για 5 ημέρες της καταστροφής παρθένου Δάσους στα Βόρεια του Αγίου όρους ενός τόπου Παγκόσμιας Κληρονομιάς το 2012, του Δελφικού Τοπίου που προστατεύεται από την UNΕSCO το 2013 και την μοναδική στον κόσμο ποικιλία ελιάς, η καταστροφή μεγάλου μέρους της Χίου και του 30-40% των μαστιχόδενδρων το 2012, αλλά και εκείνη της Αρχαίας Ολυμπίας το 2007, δείχνουν ανάγλυφα την πραγματικότητα.

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε έναν ατελείωτο κατάλογο καταστροφών όμως ας σταματήσουμε εδώ.

ΟΛΟΙ ΚΑΙ ΟΛΕΣ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ. 

ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΑΣΟΠΥΡΟΣΒΕΣΗΣ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ.

ΜΑΛΙΣΤΑ ΣΗΜΕΡΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟ ΕΞΥΧΡΟΝΙΣΟΥΜΕ ΡΙΖΙΚΑ ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΟΣΤΟΣ.

Μάλιστα η συζήτηση αυτή έχει ολοκληρωθεί και έχει επιτευχθεί από πολύ καιρό διακομματική συμφωνία.

Σήμερα η Χώρα μας διαθέτει σχεδόν όλη την απαραίτητη Νομική θωράκιση για να κάνει μια συνολική πολιτική προστασίας περιβάλλοντος. Όμως παρατηρούνται δεκάδες περιπτώσεις επικαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων από διάφορες υπηρεσίες είτε κρατικές είτε της τοπικής αυτοδιοίκησης και περιπτώσεις πολυνομίας που ουσιαστικά ακυρώνουν την νομική θωράκιση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν αυτό της Αγροφυλακής η οποία τυπικά ασκούσε  τα καθήκοντα της Δασοφυλακής.  Έτσι στον ίδιο χώρο ασκούσαν  φύλαξη η Αγροφυλακή, η Δασοφυλακή και η Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή (Της Πανελλήνιας Κυνηγητικής Ομοσπονδίας). Δηλαδή τρεις υπηρεσίες από τρεις διαφορετικούς φορείς, δύο Κρατικούς και έναν ιδιωτικό, που δεν προβλεπόταν ο τρόπος ουσιαστικής συνεργασίας τους και που είχαν οδηγηθεί στην μερική τουλάχιστον απαξίωσή τους χωρίς ουσιαστικό έργο και με παράξενα μεγάλο συνολικό κόστος. Ευτυχώς από τον Μάρτιο του 2011 το προσωπικό της Αγροφυλακής εντάχθηκε στις κατά τόπους Διευθύνσεις Δασών.

Ένα άλλο φαινόμενο «κατακερματισμού αρμοδιοτήτων είναι και ο διαχωρισμός της δασοπυρόσβεσης από την Δασοπροστασία και την Διαχείριση δασών. 

2. Η ΔΑΣΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΔΑΣΟΠΥΡΟΣΒΕΣΗ

Όπως είναι γνωστό το πρόβλημα των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα είναι παλιό και πολύπλοκο.  Από το 1998 πέρασε με νόμο η καταστολή των δασικών πυρκαγιών από την αρμοδιότητα της Δασικής Υπηρεσίας στην Πυροσβεστική Υπηρεσία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε περίπου είκοσι χρόνια που λειτουργεί το σημερινό σύστημα:

α. Κάηκαν 126 συμπολίτες μας, εκ των οποίων οι 23 ήταν από το προσωπικό κατάσβεσης γεγονός που είναι παγκοσμίως ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΣ!!!.

β. Κάηκαν περίπου 11.000.000 στρέμματα δασών, δασικών εκτάσεων και καλλιεργειών. Μέσα σε είκοσι μόνο χρόνια έγιναν καταστροφές που αν διατηρούσαμε το παλιό σύστημα (που και αυτό έπρεπε να  βελτιωθεί) θα συνέβαιναν πιθανότατα σε 80 χρόνια.

γ. Κάηκαν  27 πυροσβεστικά οχήματα και πάνω από 4.000 σπίτια.

δ. Και βέβαια πρέπει να σημειώσουμε ότι παρά το ότι το σύστημα κατάσβεσης απεδείχθη αναποτελεσματικό είναι και πολυδάπανο μια και κάθε χρόνο η αντιπυρική προστασία κοστίζει περίπου 0,4-1,2 δις ΕΥΡΩ (ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΙΓΟΥΡΟΙ ΑΦΟΥ ΑΠΟ ΤΟ 1998 ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ ΕΤΗΣΙΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ!!!) ενώ με το παλιό και αποδεδειγμένα πιο αποτελεσματικό σύστημα η Χώρα μας ξόδευε  23-27 εκατομμύρια ΕΥΡΩ κάθε χρόνο. 

Με άλλα λόγια ενώ το σύστημα κατάσβεσης έγινε περίπου 3 φορές αναποτελεσματικότερο… έγινε και τουλάχιστον ΔΕΚΑ-ΤΡΙΑΝΤΑ φορές ακριβότερο.

Εκτός από το τεράστιο περιβαλλοντικό κόστος, η οικονομική αιμορραγία καθιστά στην συνέχεια τα κονδύλια της πρόληψης για την προστασία των  δασών δυσεύρετα με αποτέλεσμα να μην λειτουργεί ούτε και η πρόληψη.

Η Χώρα μας διαθέτει στον χώρο της Δασοπυρόσβεσης ήδη από το 2000 όλον τον απαραίτητο εξοπλισμό με ελάχιστες ανάγκες συμπλήρωσης.

Αναλυτικότερα :

  • Η Χώρα μας διαθέτει τον μεγαλύτερο στόλο εναέριων μέσων της Ευρώπης και τηρουμένων των αναλογιών και ολόκληρου του Κόσμου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα εναέρια μέσα που διαθέτουμε είναι 18 αεροπλάνα Canadairκαι περίπου 10 μισθωμένα ελικόπτερα κάθε χρόνο. Όλος αυτός ο στόλος μπορεί να μεταφέρει 2.200 τόνους νερού την ώρα, ενώ συγκριτικά ο στόλος της Γαλλίας δεν μπορεί να μεταφέρει πάνω από 1.800 τόνους, της Ισπανίας λιγότερους από 1.200 τόνους και της Πορτογαλίας περίπου 800 τόνους την ώρα.

Αυτά τα εναέρια μέσα στην Χώρα μας πολυχρησιμοποιούνται χωρίς να είναι πάντα αναγκαίο, με τεράστιο οικονομικό κόστος (Ένα εναέριο μέσο Δασοπυρόσβεσης κοστίζει για μία μόνο ώρα επιχείρησης ανάλογα με τον τύπο 9.000-17.000 ΕΥΡΩ για τα αεροπλάνα και 35.000 ΕΥΡΩ για τα ελικόπτερα).

Τα αεροπλάνα αυτά δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Εφόσον πραγματοποιούνται όλες οι προβλεπόμενες από τον κατασκευαστή συντηρήσεις είναι το ίδιο αξιόπλοα και μάλιστα και με βελτιωμένες επιδόσεις. Τα αεροπλάνα αυτά σε τακτά χρονικά διαστήματα λύνονται, όλα τα εξαρτήματά τους περνάνε από πλήρη τεχνικό έλεγχο. Στην συνέχεια το αεροπλάνο συναρμολογείται πάλι με τα νέα τμήματα όπου χρειάζεται και πιθανώς και νέες μηχανές.

Όμως η καταπόνηση των τελευταίων ετών γέννησε την ανάγκη εντατικότερων συντηρήσεων. Εκ του αποτελέσματος κρίνοντας η επιμέλεια συντήρησης των αεροσκαφών ήταν πλημμελής.

Μπορεί όμως η απαξίωσή τους να είναι εσκεμμένη για να οδηγηθούμε σε νέες αγορές μέσω OFFSHORE εταιρειών.

Σημειώνουμε ότι η κατασκευάστρια εταιρεία δεν κατασκευάζει νέα αεροπλάνα. Επειδή η συντήρισή τους εξασφαλίζει πρακτικά το "αγεραστό" τους δεν υπήρχε ζήτηση για νέα αεροπλάνα. Προσφέρει όμως πολύ καλά πακέτα συντήρησης. 

  • Έχουμε περίπου 3.000 πυροσβεστικά οχήματα !!!!

Από αυτά τα 100 οχήματα έχουν παραδοθεί σε εθελοντές. 

  • Και πάλι τηρουμένων των αναλογιών διαθέτουμε το ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟ ΣΩΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ !!!. Διαθέτουμε κατά μέσο όρο 10.000 πυροσβέστες. Μόνο οι Στρατηγοί του πυροσβεστικού σώματος είναι 25 και ξεπερνούν σε αριθμό τους Στρατηγούς του Ελληνικού Στρατού!!!.

Παρ’ όλα αυτά και μετά την αλλαγή του συστήματος δασοπυρόσβεσης το 1998, θρηνούμε περίπου 8 νεκρούς συμπολίτες μας κάθε χρόνο, οι μέσοι όροι καμένων δασών και δασικών εκτάσεων έχουν υπερ-τριπλασιαστεί (!!!) ενώ παράλληλα μετράμε εκατομμύρια στρέμματα καμένες γεωργικές εκτάσεις και χιλιάδες σπίτια. (Αναλυτικά στοιχεία παραθέτουμε στο Παράρτημα).

Ενώ είναι στην διάθεσή μας περίπου 60.000 εθελοντές Δασοπυροσβέστες περίπου 650 πυροφυλάκια έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους και έχουν μισοκαταστραφεί.

Ενώ οι Δασικοί Συνεταιρισμοί υλοτόμων που κατά το παρελθόν ήσαν πολύ χρήσιμοι στην κατάσβεση δασικών πυρκαγιών, δεν έχουν ενταχθεί σε κανένα σύστημα και η Τοπική Αυτοδιοίκηση προσπαθεί, αλλά δεν μπορεί να ενεργήσει μια και απουσιάζει μια συνολική Εθνική πολιτική για το θέμα.

Ταυτόχρονα παρατηρούμε ότι έχουν δημιουργηθεί στεγανά στην ίδια την Πυροσβεστική Υπηρεσία με ψευδή ή τουλάχιστον περίεργα πορίσματα των αιτιών έναρξης των πυρκαγιών (όπως αυτό της Πάρνηθας) και ανεπίτρεπτες τροποποίησης των στατιστικών στοιχείων που πολλαπλασιάζουν τα περιστατικά πυρκαγιών καταγράφοντας τις αναζωπυρώσεις παλιών Πυρκαγιών ως νέες, με σκοπό να διαιρούν τα καμένα στρέμματα/πυρκαγιά. Παράλληλα μειώνουν… τα συνολικά καμένα στρέμματα. Τα στεγανά αυτά είναι με τα σημερινά δεδομένα αδύνατον να ελεγχθούν ακόμα και από την ίδια την Δικαιοσύνη.

Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι τα περιστατικά Δασικών πυρκαγιών μέχρι και το 1997 ήσαν κατά μέσο όρο περίπου 1.000 κάθε χρόνο σύμφωνα με την επίσημη Ιστοσελίδα του Πυροσβεστικού Σώματος, ενώ από το 2000 και έπειτα πολλαπλασιάστηκαν ακόμα και σε πάνω από 15.000 περιστατικά (15.381 το 2001!!!, 11.354 το 2011, 12.044 το 2008 κλπ και πάντα «καταγράφονται» πάνω από 8.000 περιστατικά τα υπόλοιπα χρόνια) http://www.fireservice.gr/statistika/dasika.php


3. Η ΛΥΣΗ : Ο ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΔΑΣΟΠΡΟΣΤΑΙΑΣ

Αλλά πρώτα ένα τραγικό παράδειγμα

Στο σημείο αυτό πρέπει να παραθέσουμε ως παράδειγμα το τραγικό περιστατικό του θανάτου του Διοικητή των Πυροσβεστικών δυνάμεων Γυθείου που έπεσε νεκρός το 2011 από μια πυρκαγιά μικρής σημασίας χορτολιβαδικής έκτασης. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Γραφείου τύπου της Πυροσβεστικής ο αξιωματικός κατευθύνθηκε με τον οδηγό του σε δύσβατο σημείο της περιοχής, προκειμένου να αναζητήσει … «περάσματα», από τα οποία θα μπορούσαν να επιχειρήσουν αποτελεσματικότερα τα επίγεια μέσα, για την κατάσβεση της φωτιάς.

Μόλις εντόπισε τα κατάλληλα σημεία, κατέβηκε !!! από το αυτοκίνητο και έδωσε εντολή στον οδηγό του να επιστρέψει και να ενημερώσει τις πυροσβεστικές δυνάμεις για την περαιτέρω δράση τους. Ο οδηγός του αναχώρησε και μόλις επέστρεψε αντίκρισε τον Διοικητή της Πυροσβεστική Υπηρεσίας Γυθείου νεκρό, περίπου στο σημείο που τον άφησε.

Και αναρωτιόμαστε :

α. Πως είναι δυνατόν ο ίδιος ο Διοικητής να μην ήξερε από πριν τα περίφημα «περάσματα» από τα οποία θα μπορούσαν να επιχειρήσουν αποτελεσματικότερα τα επίγεια μέσα;

β. Πως είναι δυνατόν να έκανε το παιδαριώδες σφάλμα και να έμεινε μόνος και χωρίς ασύρματο κοντά στον χώρο της φωτιάς χωρίς να έχει εξασφαλίσει την διαφυγή του; … Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

Και μόνο αυτό το τραγικό περιστατικό εξηγεί γιατί σχεδόν πάντα τις ώρες της κατάσβεσης μιας Δασικής πυρκαγιάς δημιουργούνται συνθήκες πανικού και παρατηρούνται φαινόμενα απερίγραπτης ασυνεννοησίας.

Το πρωτόγνωρο χαρακτηριστικό είναι ότι σήμερα καίγονται ολόκληρα πολύτιμα δασικά συμπλέγματα ακόμα και σε δροσερές περιοχές που καίγονται πάρα πολύ δύσκολα, δεν είναι προσαρμοσμένα να αναγεννόνται μετά από δασικές πυρκαγιές και δεν είχαμε συνηθίσει την απώλεια τόσο μεγάλων Δασικών εκτάσεων.

Οι πυρκαγιές τροφοδοτούνται στους δασικούς ορεινούς όγκους που έχουν αφεθεί κυριολεκτικά στην τύχη τους και βέβαια φτάνουν στα χωριά και στις πόλεις ενισχυμένες οπότε είναι και δύσκολο να σβηστούν.

Επομένως και το σύστημα Δασοπυρόσβεσης που δημιουργήθηκε από το 1998 αποδεδειγμένα δεν επαρκεί πια και πρέπει να αναπροσαρμοστεί.


3.1. ΑΠΛΕΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΕΝΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΑΣΙΚΕΣ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ ΚΑΙ ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΗΣΗ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ

Μετά την δημιουργία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής χρειάζονται μερικές απλές συνδυασμένες κινήσεις με ελάχιστο ή και καθόλου  βραχυπρόθεσμο   οικονομικό κόστος, αλλά πολύ μεγάλα βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα πολλαπλά κέρδη, τεράστιο πολιτικό όφελος και τεράστια οικονομία.

Η κοινωνία είναι έτοιμη να δεχθεί τις κινήσεις αυτές εφόσον θα είναι σταθερές, συνδυασμένες και σχετικά γρήγορες.

3.1.1. Η δημιουργία του Ενιαίου Φορέα δασοπροστασίας.

Αγαπητοί φίλοι η Πυροπροστασία είναι μέρος της Δασοπροστασίας και συνολικά η Δασοπροστασία είναι μέρος της Διαχείρισης δασών.

Ο διαχειριστής του Δάσους ξέρει από πριν και χωρίς άλλη ενημέρωση τα … «περάσματα» του παραπάνω τραγικού παραδείγματός μας, ξέρει ποιο τμήμα καίγεται πιο γρήγορα, ποιο πρέπει να θυσιαστεί, που μπορεί και ποια χρονική στιγμή να γίνει αντιπύρ, που μπορούν να «σταθούν» οι δυνάμεις κατάσβεσης για να πάρουν «αναπνοές» και που μπορούν να ανεφοδιαστούν με νερό ακόμα και μέσα στο καιγόμενο δάσος. Το κυριότερο, ξέρουν τους δρόμους διαφυγής.

Πρέπει να μας γίνει συνείδηση ότι η αντιμετώπιση μιας δασικής πυρκαγιάς δεν είναι μια απλή υπόθεση αεροπυρόσβεσης ή πυρκαγιάς ρουτίνας, είναι μέρος της διαχείρισης και προστασίας των δασών.

Ως υπόθεση λοιπόν Διαχείρισης Δασών, δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει το τεχνικό προσωπικό της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας παρά το παρατηρούμενο «φιλότιμο» που το χαρακτηρίζει.

Ο Ενιαίος φορέας προτείνουμε να είναι ένστολο και (υπό προϋποθέσεις) και ένοπλο σώμα.

Ο Φορέας θα αναλάβει το εξής έργο :

  1. Τον χειμώνα θα προετοιμάζει τα δάση μέσω υλοτομικών και άλλων προγραμματισμένων παρεμβάσεων στη βάση ενός Διαχειριστικού σχεδίου δασοπροστασίας ανά Δασαρχείο, έτσι ώστε να είναι δύσκολο να καούν.
  2. Θα συντονίζει τις υπόλοιπες δυνάμεις κατάσβεσης σε τοπικό επίπεδο και θα οργανώσει την δράση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των Εθελοντών και των Δασικών Συνεταιρισμών.
  3. Ο Φορέας θα επαναλειτουργήσει ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΣ και τα πυροφυλάκια,

Κυρίως όμως το καλοκαίρι θα παρεμβαίνει κατασταλτικά στην πρώτη πλήξη της πυρκαγιάς.

Για να γίνει αυτό θα χρησιμοποιεί ευέλικτα οχήματα και σε περίπτωση προβλήματος θα παρεμβαίνουν τα εναέρια μέσα και η  Πυροσβεστική Υπηρεσία η οποία ασφαλώς και θα εξακολουθήσει να αποτελεί τον κορμό της πυρόσβεσης.

Ο Ενιαίος Φορέας δασοπροστασίας έχει ανάγκη στελέχωσης 3000 περίπου ανδρών και γυναικών, (σήμερα 4000 περίπου άτομα είναι μόνο οι δασοπυροσβέστες πενταετούς θητείας και άλλοι 1.200 αναμένεται να προσληφθούν ως εποχιακό προσωπικό στο Πυροσβεστικό Σώμα), θα λειτουργεί μέσα στην Δασική Υπηρεσία η οποία ενισχύθηκε με το προσωπικό της Αγροφυλακής (περίπου 1500 άτομα) και επομένως έχουμε εξασφαλισμένη χωρίς επιπλέον έξοδα και την περιφερειακή του οργάνωση χωρίς μάλιστα να κάνουμε άλλες προσλήψεις.

Ο Ενιαίος Φορέας δασοπροστασίας εκτός από την ευθύνη της πρώτης πλήξης μιας δασικής πυρκαγιάς θα έχει φυσικά και την συνολική ευθύνη των επιχειρήσεων αλλά μόνο στον δασικό και αγροτικό χώρο.

Η λειτουργία του Φορέα θα οργανώνεται από την Γενική Γραμματεία δασών (που πρέπει να αναδιοργανωθεί και σ'αυτήν θα πρέπει να ενταχθεί και η ειδική Γραμματεία Υδάτων μια και το αντικείμεο είναι ενιαίο), αλλά ο συνολικός συντονισμός των επιχειρήσεων θα εξακολουθήσει να ανήκει στην Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας που παρά τα κατά καιρούς κωμικοτραγικά περιστατικά και τον απαξιομένο ρόλο της.

Ο προτεινόμενος Ενιαίος Φορέας Δασοπροστασίας λειτουργεί με παραλλαγές σε όλες τις μεσογειακές Ευρωπαϊκές χώρες.

Στην Ιταλία και Πορτογαλία υπάρχουν ήδη τα ειδικά ένστολα σώματα. Στην Ιταλία είναι το Guarda forestale και στην Πορτογαλία το Corpo forestal στην Ισπανία το Servicio de prevencion y extintion de incentios forestales, η Γαλλία από καιρό έχει παρόμοιο με την Ισπανία σύστημα και στις ΗΠΑ λειτουργεί το F.F.C (Fire Forest Corp).

Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει βέβαια ότι με την νέα οργάνωση δεν θα έχουμε στο μέλλον Δασικές πυρκαγιές. Θα μετριάσουμε όμως τις συνέπειες όπως το έχουν κάνει οι παραπάνω Ευρωπαϊκές Χώρες  που έχουν παρόμοια Μεσογειακά Οικοσυστήματα.

3.1.2. Ολοκλήρωση του δασολογίου στα πλαίσια του Εθνικού κτηματολογίου.

Το θέμα αυτό όσο σύνθετο είναι άλλο τόσο απλό μπορεί να γίνει. Το σίγουρο είναι ότι οι Δασικοί χάρτες θα μας προσφέρουν μια σαφή γνώση το που  είναι το Δάσος που πρέπει να προστατεύσουμε, που είναι οι εκτάσεις που θα μπορούσαμε να πολεοδομήσουμε, που είναι οι ιδιωτικές εκτάσεις, που οι Δημόσιες κλπ.

Δυστυχώς η κατάρτιση των δασικών χαρτών στα πλαίσια του Εθνικού Κτηματολογίου που είχε αρχίσει από το 1996 διακόπηκε και συνεχίστηκε μετά το 2008 με αργούς ρυθμούς και ήδη χάσαμε 15 χρόνια. Και να φανταστείτε ότι ο χρόνος αυτός θα ήταν αρκετός για την ολοκλήρωση όλων των Δασικών χαρτών της Χώρας. Είναι τραγικό ότι με τους σημερινούς ρυθμούς θα ολοκληρώσουμε τους δασικούς χάρτες σε 240 !!! χρόνια. 

3.1.3. Αναδιοργάνωση της Δασικής Υπηρεσίας. Το θέμα αυτό είναι επίσης δύσκολο.

Η αναδιοργάνωσή της Δασικής Υπηρεσίας σε μερικές περιοχές κυρίως της Νότιας Ελλάδας θα πρέπει να ενισχυθεί με προσωπικό κάθε είδους. Βασικά όμως με Επιστημονικό προσωπικό. Οι περίπου 30 Δασολόγοι-Περιβαλλοντολόγοι και 50 Δασοπόνοι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας αν μεταταχτούν, αρκούν για τις πρώτες βασικές ανάγκες της αναδιοργάνωσης.

Με το δεδομένο αυτό και το ότι η κάθε Δ/νση Δασών έχει ήδη ενισχυθεί σημαντικά από το προσωπικό της διαλυθείσης Αγροφυλακής δεν θα επιβαρυνθούμε ως Χώρα επιπλέον εξόδων. Τα ευέλικτα οχήματα δασοπυρόσβεσης από την Πυροσβεστική Υπηρεσία θα περάσουν στην Δασική Υπηρεσία οπότε πάλι δεν θα έχουμε επιπλέον έξοδα. Αντίθετα μερικά περιφερειακά κλιμάκια της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας θα συμπτυχθούν σε πολυδύναμα κλιμάκια οπότε θα έχουμε ακόμα μεγαλύτερη οικονομία.

 Δρ. Ελευθέριος Σταματόπουλος

Δασολόγος – Περιβαλλοντολόγος Μελετητής


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΑΣΙΚΕΣ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Νομίζουμε ότι είναι αναγκαία στο σημείο αυτό μια συνοπτική αναφορά στην κατάσταση που επικρατεί σήμερα στον Τομέα Προστασίας των Δασών και του Φυσικού Χερσαίου Περιβάλλοντος στη χώρα μας.

α. Τα Δασικά οικοσυστήματα της Ελλάδας

α.1. Η δασική βλάστηση της Ελλάδας σήμερα έχει ως εξής:

ΕΙΔΟΣ ΔΑΣΙΚΗΣ ΕΚΤΑΣΗΣ

χιλ. Στρέμματα

Ποσοστά (σε σχέση με το εμβαδόν ολόκληρης της χώρας)

  1. 1.ΔΑΣΗ

33.592

25,46%

  1. 1.ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ

31.539

23,90%

  1. 1.ΧΟΡΤΟΛΙΒΑΔΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ

16.088

12,19%

ΣΥΝΟΛΟ

81.219

61,55%

Πίνακας 1. Το είδος των δασικών εκτάσεων της Χώρας

 Με βάση τον παραπάνω πίνακα παρατηρούμε ότι το 61,55 % της χώρας αποτελείται από δασικά οικοσυστήματα.

Το ποσοστό δάσωσης (σε υψηλά δάση) σήμερα στην Ελλάδα είναι 25,46% και είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Πρέπει  όμως να σημειώσουμε ότι ενώ τα υψηλά μας δάση την δεκαετία του 1970 περιοριζόντουσαν στο 18 % περίπου της Ελληνικής επικράτειας, σήμερα εξαπλώνονται στο 25,46 % της χώρας.

Είναι χαρακτηριστικό, όσο και αν αυτό φαίνεται παράξενο, ότι στους ορεινούς μας όγκους όπου βρίσκονται και τα κυριότερα δασικά μας συμπλέγματα, παρατηρούμε, τα τελευταία σαράντα χρόνια, μια πολύ σημαντική και πρωτόγνωρη αναβάθμιση των δασικών οικοσυστημάτων.  Το γεγονός αυτό οφείλεται βασικά στην προοδευτική εγκατάλειψη της ορεινής κυρίως υπαίθρου. Έτσι οι εκτάσεις αυτές έχουν μείνει πρακτικά αδιατάρακτες και απαλλάχθηκαν κυρίως από την διαρκή υπερβόσκηση που ήταν μόνιμη αιτία καταστροφής.

Συγκριτικά στον επόμενο πίνακα αναφέρουμε τα ποσοστά δάσωσης (με υψηλά δάση) των μεσογειακών χωρών της Ευρώπης και των ΗΠΑ :

 

Χώρα

Ποσοστό δάσωσης (ΔΑΣΗ)

  1. Ιταλία

24,20%

  1. Ελλάδα

25,46%

  1. Παραμεσόγειος Γαλλία

26,70%

  1. Ισπανία

30,80%

  1. Πορτογαλία

35,50%

  1. Καναδάς

34,00%

  1. Η.Π.Α.

33,00%

  1. Ευρώπη κατά μέσο όρο

42,00%

 

α.2. Στην Ελλάδα υπολογίζουμε ακόμα ότι έχουμε  48 περίπου εκατομμύρια στρέμματα (ποσοστό 35,79% της συνολικής της επιφάνειας) υποβαθμισμένων δασικών οικοσυστημάτων. Τα εδάφη στα δασικά αυτά οικοσυστήματα έχουν ολικά ή μερικά χάσει την παραγωγική τους ικανότητα εξαιτίας της διαρκούς αλλαγής στην χρήση τους για λόγους ιστορικούς, των πυρκαγιών, της υπερβόσκησης, της υπερεκμετάλλευσης, των παράνομων εκχερσώσεων και της επιφανειακής διάβρωσης που ακολούθησε την καταστροφή της βλάστησης και φυσικά σε μερικές περιοχές της Χώρας και της άναρχης  και  ασύδοτης δόμησης.

Αυτά τα δασικά οικοσυστήματα κατά κανόνα, λόγο του είδους της βλάστησης που διαθέτουν, είναι και τα πιο εύφλεκτα οικοσυστήματά μας. Παράλληλα συμβάλλουν σημαντικά στην διατήρηση της βιοποικιλότητας της Χώρας.

α.3. Φαίνεται ότι δεν έχει κατανοηθεί η σημασία του δάσους για την επιβίωσή μας. Έτσι ίσως είναι αναγκαίο να ξαναγράψουμε ότι το δάσος μας προσφέρει: παραγωγή οξυγόνου και μάλιστα μέσω της φωτοσύνθεσης καθαρίζει το διοξείδιο του άνθρακα της ατμόσφαιρας, δημιουργεί αντιστάσεις στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και συμβάλλει αποφασιστικά στην απορρύπανση της ατμόσφαιρας, προστατεύει τα εδάφη αφού το δάσος με το ριζικό του σύστημα «κρατά» τα εδάφη στους ορεινούς όγκους και μας προσφέρει καθαρά νερά.

Προσφέρει ακόμα οικονομική απόδοση μιας μεγάλης σειράς προϊόντων που έχουν ως βάση το ξύλο, αντιχειμαρρική προστασία, οικονομία νερού, κλιματικές επιδράσεις, ψυχοσωματικές και πνευματικές επιδράσεις κ.λπ.

Και όλα αυτά χωρίς καμία ή σχεδόν καμιά ανταποδοτική απαίτηση.

Πρέπει μόνο να φροντίσουμε την εξασφάλιση της πρώτης δασοκομικής αρχής: την ύπαρξη του δάσους ως δάσους. Μόνον αυτό φτάνει για να εξασφαλίσουμε για πάντα τα προϊόντα ή καλύτερα την αειφορία των παραπάνω αναφερόμενων (με την ευρεία έννοια) καρπώσεων.

α.4. Παρά το ότι είναι πολύ δύσκολο να γίνει οικονομική αποτίμηση για το τι κοστίζει ένα δάσος, ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε ότι η συνολική χρηματική αξία του δασικού οικοσυστήματος, σύμφωνα με την παραδεκτή από την Χώρα μας μεθοδολογία που αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και μεταφέρθηκε στα δικά μας οικονομικά δεδομένα, κυμαίνεται (σε τιμές 1997) από 352 €/στρ. για τα οικοσυστήματα φρύγανων και χορτολίβαδων, και έως 4.500 €/στρ. για τα ανώτερα οικοσυστήματα (κωνοφόρων κ.λπ.).

Είναι βέβαιο ότι αυτοί οι υπολογισμοί έχουν διαφορετική σημασία σε κάθε περιοχή της γης, ανάλογα με τη σπανιότητα του δάσους και ανάλογα με τις κλιματολογικές και άλλες συνθήκες που επικρατούν.  Για τη χώρα μας που παρουσιάζει μια έλλειψη δασών κυρίως στα αστικά της κέντρα και τα  οικονομικά πλαίσια κυρίως στους ορεινούς όγκους είναι πολύ περιορισμένα, η αξία των δασών είναι πολύ μεγαλύτερη.

Ακόμα πρέπει να διευκρινισθεί ότι τα παραπάνω χρηματικά μεγέθη δεν περιλαμβάνουν μη δασικού χαρακτήρα αξίες, όπως οικοπεδική, τουριστική, βιομηχανική χρήση, κ.λπ. Από αυτές και μόνο τις χρήσεις, οι παραλιακές και μόνο δασικές ζώνες εκτιμάται ότι αξίζουν περίπου 120 δισεκατομμύρια €.

α.5. Υπεύθυνος και μοναδικός φορέας για την Προστασία και Ανάπτυξη των Δασών και των Φυσικών Χερσαίων Οικοσυστημάτων και του αντίστοιχου Φυσικού Περιβάλλοντος γενικότερα είναι μέχρι σήμερα η Δασική Υπηρεσία. Το παράδοξo είναι ότι ενώ την Γενική Εθνική Πολιτική για τα δάση και την Προστασία του Φυσικού Περιβάλλοντος χάρασε μέχρι το 1998  η  Γενική Γραμματεία Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος και υποβαθμίστηκε το 2000 σε Γενική Δ/νση δασών και Φυσικού περιβάλλοντος που ανήκε στο Υπουργείο Γεωργίας,  περιφερειακά και από το 2002 οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Δασών (επίπεδο διαμερισμάτων της χώρας Περιφέρειες), οι Διευθύνσεις Δασών στο επίπεδο των Νομών και τα Δασαρχεία (ένα ή περισσότερα μέσα σε κάθε νομό) δεν ανήκαν στο Υπουργείο Γεωργίας, αλλά… στο Υπουργείο Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης… με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία χωρίς προηγούμενο γραφειοκρατική ακαταστασία και ένα μπέρδεμα αρμοδιοτήτων και κυρίως ένα τεράστιο κενό συγκροτημένης Δασικής Πολιτικής.

Όμως στην πραγματικότητα επιχειρήθηκε ουσιαστικά η παράκαμψη της δασικής νομοθεσίας με την θέσπιση πιο ήπιων Νομοθετημάτων προστασίας και η προοδευτική παράλυση του μηχανισμού προστασίας της ΔΑΣΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ με πολύ συχνά φαινόμενα εκμαυλισμού της, που θα είχε ως αποτέλεσμα την παραπέρα καταστροφή.

Η Δασική Υπηρεσία επιτηρεί και τα μη δημόσια δάση, τα οποία διαχειρίζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και την ίδια νομοθεσία με τα δημόσια και με την περιφερειακή και αποκεντρωμένη οργάνωσή της αποτελούσε και αποτελεί ακόμα και σήμερα πρακτικά τον μόνο αποτελεσματικό Δημόσιο Οργανισμό Προστασίας περιβάλλοντος.

Από το 2009 οι Δασικές Υπηρεσίες "πέρασαν" (σωστά) στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής και μετά την εφαρμογή του σχέδιου "ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ" καθετοποιήθηκε ξανά και είναι γεγονός ότι λειτουργεί πολύ-πολύ καλύτερα.

β. Οι δασικές Πυρκαγιές

Οι δασικές πυρκαγιές στην Χώρα μας από τότε που τηρούνται σχετικά στοιχεία προκύπτει ο ακόλουθος πίνακας :

Περίοδος/Πενταετία ή ανά έτος

Αριθμός

Καμένη Έκταση Στρέμματα

Μέσος Όρος Στρέμματα / πυρκαγιά

1955 – 59

3410

540.860

159

1960 – 64

4224

581.690

138

1965 – 69

3641

595.260

163

1970 – 74

2648

687.320

260

1975 – 79

3850

1.132.870

294

1980 – 84

5434

1.901.350

350

1985 – 88

6338

2.862.535

475

1989

584

423.635

330

1990

636

385.934

292

1991

250

235.737

251

1992

928

663.463

325

1993

1085

540.492

225

1994

761

579.081

328

1995

549

272.026

189

1996

547

253.101

168

1997

1008

354.880

173

 

Μέσος όρος καμένων δασών/δασ. εκτάσεων  ανά έτος : 286.000 στρέμματα

1998

1842

1.016.545

552

1999

944

190.000

 

2000

12.980

2.150.000

 

2001

 15.303

360.000

 

2002

 8.854

259.000

 

2003

9.547 

286.000

 

2004

10.819 

192.000

 

2005

9.828 

402.000

 

2006

9.012 

524.000

 

2007

11.895 

3.000.000

 

2008

12.044

386.994

 

2009

8.314

450.747

 

2010

8.389

152.303

 

2011

11.354

349.621

 

Οι μέσοι όροι από το 1998 και έπειτα δεν χρησιμοποιούνται μια και είναι προδήλως παραπλανητικά και χαλκευμένα εκτός από το σύνολο των καμένων εκτάσεων (στοιχεία που προστέθηκαν από εμάς).

Από τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν στην Ημερίδα "Προστασία Δασών από Πυρκαγιές και πρωτογενής Τομέας" στο Ινστιτούτο Μεσογειακών-Δασικών Οικοσυστημάτων και Τεχνολογίας δασικών προϊόντων του Ελληνικού Οργανισμού Δήμητρα τον Ιούνιο του 2013 οι δασικές πυρκαγιές κατά μέσο όρο είναι 1.465 τον χρόνο και ο μέσος όρος καμένων εκτάσεων 523.582 στρέμματα    

 * Από το 2000 ο αριθμός των πυρκαγιών είναι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, δεν είναι αξιόπιστος οπότε και δεν αξιοποιείται στους μέσους όρους

Εκείνο που πρέπει να επισημάνουμε με βάση τον παραπάνω πίνακα είναι ότι ο αριθμός των πυρκαγιών φαίνεται ότι έχει μια σταθερή ανοδική πορεία και από το 2000 είναι προφανώς πλασματικός.

Αν υποθέσουμε ότι η επικίνδυνα ξηρή περίοδος στην χώρα μας είναι 3 μήνες, δηλαδή (90 ημέρες τον χρόνο) τότε τα περιστατικά φωτιάς ανά ημέρα είναι περίπου 40.  Βέβαια όταν η θερμοκρασία για μια μόνο ημέρα ξεπεράσει τους 40 ο C τότε τα περιστατικά από αυτανάφλεξη και μόνον των ξερών χόρτων αναμένουμε να τριπλασιαστούν. Οπότε δεν είναι παράξενο μια τροπική σχεδόν ημέρα να αντιμετωπίσουμε ακόμα και 120 περιστατικά πυρκαγιών.

Από το έτος 1989 που καθιερώθηκε ξεχωριστός προϋπολογισμός για την πυροπροστασία και μέχρι και το 1997, ο μέσος όρος των καμένων στρεμμάτων ανά πυρκαγιά είχε μειωθεί σημαντικά. Αυτό σημαίνει ότι ο κρατικός μηχανισμός είχε γίνει πιο αποτελεσματικός και αυτό γιατί μπόρεσε να οργανωθεί καλύτερα.

Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε το πόσο αποτελεσματική είναι η κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών πρέπει να μετρήσουμε τον χρόνο πρώτης επέμβασης. Αν η πρώτη επέμβαση είναι γρήγορη πριν η πυρκαγιά φτάσει στα ψηλότερα δένδρα του δάσους τότε και η κατάσβεση της θα είναι πιο εύκολη και σίγουρη σε λίγα λεπτά. Αντίθετα αν αργήσουμε στην πρώτη παρέμβαση τότε το πιο πιθανό είναι να είναι αδύνατη η παρέμβαση με επίγειες δυνάμεις.

Μόνο σε δέκα τρία χρόνια (από το 1998 που ανέλαβε η Πυροσβεστική Υπηρεσία την κατάσβεση των πυρκαγιών) κάηκαν τόσα δάση όσα καιγόντουσαν στο παρελθόν σε 80 χρόνια περίπου και παρά τα χαλκευμένα στατιστικά στοιχεία, όλοι γνωρίζουμε ότι αυξήθηκε κατά πολύ ο χρόνος πρώτης επέμβασης και ο μέσος όρος καμένων δασών έχει ανεβεί δραματικά.

Ό λυπηρός αυτός μέσος όρος είναι δυστυχώς παγκόσμιο ρεκόρ… και μάλιστα την στιγμή που οι ετήσιες δαπάνες μας για τον σκοπό αυτό δεκα- εικοσαπλασιαστεί!!!).

  

γ. ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ (1922 – 92)

Τα κυριότερα αίτια των δασικών πυρκαγιών σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία που έχουμε είναι τα εξής:

Καύση αγρών (κυρίως καύση καλαμιάς)

7,60%

Καύση βοσκοτόπων

10,80%

Κακόβουλος εμπρησμός

27,00%

Εργασίες στην ύπαιθρο

2,80%

Σκουπιδότοποι

4,10%

Κεραυνός

1,20%

Τσιγάρα – σπίρτα

2,60%

Εκδρομείς – κυνηγοί

0,90%

Άλλα γνωστά αίτια

1,20%

Τυχαία (αυτανάφλεξη – σπινθήρες ΔΕΗ)

4,90%

Άτομα μειωμένης Αντίληψης

0,40%

Άγνωστα αίτια

35,40%

Από τα στοιχεία του παραπάνω πίνακα προκύπτει με σιγουριά ότι μέχρι το 1990 το 27 % των πυρκαγιών είναι κακόβουλοι εμπρησμοί. Αν δεχθούμε της ότι οι μισές από της άγνωστες αιτίες ήταν επίσης εμπρησμοί τότε το 50 % περίπου συνολικών των αιτίων των δασικών πυρκαγιών  ήσαν εμπρησμοί αλλά όχι πάντα κακόβουλοι.

δ. ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1993 – 2013.

Στα τελευταία χρόνια τα πράγματα όσο αφορά της κακόβουλους εμπρησμούς φαίνεται να έχουν αλλάξει. Η διαρκής και μονότονη αναφορά από κάθε ανεύθυνο- υπεύθυνο ότι κάθε πυρκαγιά είναι κακόβουλος εμπρησμός γίνεται περισσότερο για να καλύψει της αδυναμίες του συστήματος παρά στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά.

Σύμφωνα με στοιχεία του Τμήματος Πρόληψης Δασικών Πυρκαγιών και λοιπών Κινδύνων, αδιευκρίνιστα είναι τα αίτια για το 46,5% των πυρκαγιών που εκδηλώνονται κάθε χρόνο. Τεκμηριωμένα, μόλις το 17% προέρχεται από κακόβουλο εμπρησμό. Αντίστοιχα, λίγο μεγαλύτερο ποσοστό συνολικά προέρχεται από γεωργικές δραστηριότητες, από καύση για βοσκοτόπια κατά 10,8% και για κάψιμο αγρών κατά 7,6% και μάλιστα κυρίως από την καύση καλαμιώνων κι άλλες εργασίες στην ύπαιθρο 2,8%. Κατά τ’ άλλα, το 4,1% των πυρκαγιών προέρχεται από σκουπιδότοπους, το 4,9% από τυχαία αυτανάφλεξη, σπινθήρες της ΔΕΗ, το 2,6% από τσιγάρα και σπίρτα, ενώ το 0,9% από εκδρομείς και κυνηγούς.

Επομένως η συντριπτική πλειοψηφία των αιτίων ήταν και παραμένει ανθρωπογενής.

Στο σημείο αυτό θέλουμε να παραθέσουμε ένα πολύ σημαντικό στοιχείο σε σχέση με τα αίτια των δασικών πυρκαγιών.

Τα διαθέσιμα στοιχεία των καμένων εκτάσεων σε ετήσια βάση είναι τα εξής :

Έτος

Αριθμός πυρκαγιών

Καμένες εκτάσεις         (Η καμένη έκταση δίνεται σε στρέμματα)

 

1922

-

902.058

Μικρασιατική καταστροφή

1923

 

186.217

 

1924

 

113.204

 

1925

 

173.242

 

1926

 

104.500

 

1927

 

175.000

 

1928

 

278.000

19-8-32 Εκλογές Κυβ. Βενιζέλου

1929

 

45.000

 

1930

 

102.000

 

1931

 

295.000

Πολιτικές διαμάχες

1932

 

256.000

Πολιτικές διαμάχες

1933

 

88.800

5-3-33 Εκλογές Κυβ.Τσαλδάρη

1934

 

210.000

Πολιτικές διαμάχες

1935

 

74.000

1-3-35 Κίνημα Βενιζ. Αξ/κών

1936

 

52.000

 

1937

 

61.367

 

1955

499

68.000

 

1956

1187

164.430

 

1957

460

34.400

 

1958

861

246.850

Εκλογές Κυβ. Καραμανλή

1959

403

27.180

 

1960

729

138.290

 

1961

1020

122.620

 

1962

790

88.630

 

1963

759

138.430

 

1964

926

93.720

 

1965

1256

255.480

Βασιλικό πραξικόπημα. Διάλυση της Ενωσης Κέντρου

1966

660

115.440

 

1967

526

79.910

 

1968

549

47.010

 

1969

650

97.420

 

1970

524

90.660

 

1971

538

96.850

 

1972

384

89.690

 

1973

529

147.450

 

1974

673

262.670

Πτώση δικτατορίας

1975

647

165.230

 

1976

522

68.770

 

1977

1049

489.630

Εκλογές Κυβ. Καραμανλή

1978

670

198.080

 

1979

962

211.160

 

1980

1158

306.900

 

1981

1139

803.390

Εκλογές Κυβ Παπανδρέου

1982

1010

275.370

 

1983

939

194.200

 

1984

1188

321.490

 

1985

1412

1.047.520

Εκλογές Κυβ. Παπανδρέου.

Ανάληψη της δασοπυρόσβεσης από την Πυροσβεστική Υπηρεσία

1986

1092

250.590

Επαναφορά της Δασοπυρόσβεσης της Δασικές Υπηρεσίες

1987

1236

459.430

Πολιτική αστάθεια. Σκάνδαλο Κωσκωτά

1988

1896

1.105.000

Πολιτικά γεγονότα. Εκλογές

1989

584

423.635

Πολιτικά γεγονότα. Εκλογές

1990

636

385.934

Πολιτικά γεγονότα. Εκλογές

1991

250

235.737

 

1992

928

663.463

 

1993

1085

540.492

Εκλογές

1994

761

579.081

 

1995

549

272.026

Εκλογές

1996

547

253.101

 

1997

1008

354.880

 

1998

1842

1.016.545

Ανάληψη της δασοπυρόσβεσης από την Πυροσβεστική Υπηρεσία

1999

820

197.000

 

2000

 

2.150.000

Εκλογές

2001

 

360.000

 

2002

 

259.000

 

2003

 

286.000

 

2004

 

192.000

Προηγήθηκαν οι Εκλογές της αντιπυρικής περιόδου

– Ολυμπιακοί Αγώνες

2005

 

402.000

 

2006

 

524.000

 

2007

 

3.000.000

Πρόωρες Εκλογές αλλά μετά τις εκλογές

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω η αύξηση του αριθμού των δασικών πυρκαγιών καθώς και των καμένων εκτάσεων ακολουθούν μια εναλλαγή μέχρι την δεκαετία του 1990 που συμπίπτει σχεδόν πάντοτε με της προεκλογικές περιόδους ή της χρονιές των Εθνικών συμφορών της χώρας της.

Τα αίτια κατά την γνώμη της είναι δύο που λειτουργούν παράλληλα αλλά το κάθε ένα με έμφαση σε δύο διακριτές ιστορικές περιόδους:

α. Μέχρι την δεκαετία του 1950 θα πρέπει το βασικό αίτιο να είναι η ανάγκη για γη ορισμένων αγροτικών κοινωνικών στρωμάτων. Οι αγρότες ελπίζοντας ότι μετά από μια Κυβερνητική αλλαγή  θα τύχουν ευμενούς μεταχείρισης και θα πάρουν κάποιο κομμάτι γης από την νέα Κυβέρνηση… συνήθισαν να καίνε σε περιόδους πολιτικών κρίσεων και εκλογών μεγάλες  εκτάσεις Δασών.

Το αίτιο μεταλλάχθηκε μετά την δεκαετία του 1960 σε υπερβολική διόγκωση του Τριτογενή τομέα και ιδιαίτερα του τομέα των τουριστικών επιχειρήσεων. Δηλαδή η ανάγκη οικοπέδων για το χτίσιμο ξενοδοχειακών μονάδων, παραθεριστικών κέντρων και εξοχικών κατοικιών «έκαψε» τα περιαστικά και παραλιακά της δάση.  Από τις εκτάσεις αυτές  «αποδόθηκε»  χωρίς κανέναν σχεδιασμό ένα μεγάλο μέρος (κυρίως κατά την διάρκεια της Δικτατορίας) για οικιστική χρήση. Σήμερα οι περιοχές αυτές είναι κυριολεκτικά ημιπαράνομες με τεράστια προβλήματα κυριότητας που καταπονούν την Δασική Υπηρεσία και γενικότερα  τον κρατικό μηχανισμό. Ακόμα και η σύνταξη του Εθνικού Κτηματολόγιου δεν είναι σίγουρο ότι θα δώσει άμεσες λύσεις στο πρόβλημα χωρίς παράλληλα παρά τα τολμηρά νομοθετικά μέτρα διευθέτησης χρόνιων ιδιοκτησιακών προβλημάτων του 2010 - 2012.

Όσο δεν ξεκαθαρίζεται το ποιες είναι δασικές εκτάσεις και το ποιες δεν είναι, το πρόβλημα των δασικών πυρκαγιών θα παραμένει και μάλιστα στο μέλλον θα πάρει εφιαλτικές διαστάσεις.

Β. Η χαλάρωση του κρατικού μηχανισμού που συμβαίνει πάντοτε κατά την διάρκεια μιας προεκλογικής περιόδου.

Οι λόγοι των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα είναι:

  • Εγκατάλειψη της υπαίθρου από το ενεργό εργατικό και γεωργικό δυναμικό.
  • Παράλογη και δυσανάλογη αύξηση της αξίας της γης κυρίως στις περιοχές γύρω από τα μεγάλα αστικά μας κέντρα και στις περιοχές με τουριστική αξία.
  • Αύξηση του κτηνοτροφικού κεφαλαίου εξαιτίας των οικονομικών ενισχύσεων χωρίς αντίστοιχη βελτίωση του συστήματος και τρόπου εκτροφής. Ένα μεγάλο μέρος των δασικών πυρκαγιών οφείλεται στους φθινοπωρινούς εμπρησμούς των εκτάσεων αειφύλλων πλατυφύλλων προκειμένου οι εκτάσεις αυτές να χρησιμοποιηθούν μελλοντικά ως βοσκότοποι.
  • Κατ’ εξακολούθηση αμέλεια και αδιαφορία πολλών γεωργών κατά την καύση καλαμιάς αγρών ή προϊόντων καθαρισμού τους.
  • Αδυναμία της πολιτείας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στα πλαίσια των χωροταξικών σχεδιασμών, να οργανώσουν σύγχρονους και ασφαλείς χώρους απορριμμάτων. Μόνο στην Αττική λειτουργούν 50 περίπου ανεξέλεγκτες χωματερές, οι περισσότερες από τις οποίες είναι αυθαίρετες και λειτουργούν ολόκληρο τον χρόνο με απαράδεκτο και τριτοκοσμικό σύστημα της διαρκούς καύσης των απορριμμάτων.
  • Διάνοιξη των δασών και απόδοσή τους στην αναψυχή, χωρίς να έχει προηγηθεί η εξασφάλιση λειτουργίας ειδικών κανονισμών και η πλήρης και αποτελεσματική εκπαίδευση - ενημέρωση και  πληροφόρηση του κοινού.
  • Διάφορα αίτια που έχουν σχέση με την πολιτική, κοινωνική, οικονομική και νομική κατάσταση στην Ελλάδα και τα οποία δημιουργούν αμέλειες, αδιαφορία, αντιδικία, πάθη, σταδιακή διάβρωση θεσμών, αναξιοκρατία, πολιτικές οξύτητες, χαλάρωση κατά την τήρηση των διατάξεων του συντάγματος και των νόμων, ατιμωρησία ενόχων κ.λπ.
  • Απροθυμία της πολιτείας να αναβαθμίσει το σημερινό καθεστώς προστασίας και οργανώσει σύγχρονο φορέα δασοπροστασίας ενώ μάλιστα έχει από καιρό συμφωνηθεί ένα πλαίσιο οργάνωσης ενός τέτοιου φορέα.

Στο σημείο αυτό θέλουμε να επισημάνουμε ότι για καθαρά κοινωνιοψυχολογικούς λόγους έχει δημιουργηθεί στην Ελληνική κοινωνία ένα είδος «κοινωνικής συνενοχής» όσο αφορά τις καταπατήσεις δασών και δασικών εκτάσεων.

Αν και το φαινόμενο αυτό χρειάζεται ανάλυση περισσότερο από εμάς τους ειδικούς επιστήμονες σημειώνουμε ότι:  οι Έλληνες  που σε διάφορες ιστορικές περιόδους ξεριζώθηκαν επανειλημμένα από τις εστίες τους (άλλοτε ακούσια και άλλοτε εκούσια) αναζητούν με αγωνία νέες μόνιμες εστίες.

Στην ουσία οι νέες αυτές μόνιμες εστίες  εγκατάστασης είναι η αναζήτηση μιας νέας εθνικής και κοινωνικής ταυτότητας. Είναι η αναγκαιότητα του να έχει κάποιος «Εθνικές και κοινωνικές ρίζες».  Έτσι παρά την όλο και αυξανόμενη ευαισθητοποίηση για την προστασία του περιβάλλοντος και των δασών, η κοινωνία μας έχει μάθει να μην θεωρεί την καταπάτηση δάσους ή την αυθαίρετη δόμηση ως εγκληματική ενέργεια.

 

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΤΟ ΠΑΡΑΣΚΥΝΙΟ 

Σήμερα, σύμφωνα με το περιοδικό hotdoc έχουν σχηματιστεί τέσσερις δικογραφίες από τους εισαγγελείς με αντικείμενο την πυρόσβεση που δείχνουν ότι μπορεί να υπάρχουν κακοί εμπρηστές, αλλά οι καλοί... μπορεί να είναι ακόμα χειρότεροι.

Kαι συνεχίζει το δημοσίευμα. Τουλάχιστον από το 2000, πάνω στα αποκαΐδια της Ελλάδας κάποιοι πλουτίζουν παίζοντας με τη φωτιά. Το 1998, η Δασική Υπηρεσία, η οποία είχε την ευθύνη κατάσβεσης των πυρκαγιών, αντικαθίσταται από την Πυροσβεστική. Και τότε αρχίζει εκτός από τη μάχη με τις φλόγες και αυτή με το χρήμα. Πίσω από τους καπνούς τής κάθε φωτιάς στήνονται φωτογραφικοί διαγωνισμοί για ενοικίαση εναέριων μέσων πυρόσβεσης και σωτηρίας.

Η πρόληψη και τα επίγεια μέσα πυρόσβεσης ευνοούνται όλο και λιγότερο και η Ελλάδα εναποθέτει, κατά παράβαση κάθε επιστημονικού κανόνα, τη σωτηρία της στην εναέρια πυρόσβεση, την οποία νοικιάζει βέβαια από συγκεκριμένους και μάλιστα πανάκριβα.

Ένα σύστημα ανώτατων και α ν ώ τ ε ρ ω ν υ π α λ λ ή λ ω ν  τ ο υ Πυροσβεστικού Σώματος (ΟΛΗ Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΔΙΚΗ) σε συνεργασία με τμήμα της πολιτικής ηγεσίας και ορισμένους δημοσιογράφους, με διακομματική πάντα διάθεση, στήνει το παιχνίδι. Το κόλπο είναι απλό: Όταν εκδηλώνεται μια φωτιά είναι λογικό να προκαλούνται συναισθήματα ανασφάλειας και τρόμου. Αυτά μεγεθύνονται και αναπαράγονται από τα Μέσα Ενημέρωσης.

Παρουσιάζεται ότι τα μέσα πυρόσβεσης πάντα είναι ελλιπή σε σχέση όχι απαραίτητα με τις πραγματικές ανάγκες, αλλά σύμφωνα με την αγωνία του κόσμου.



Αν η καταστροφή είναι μεγάλη, τότε κανένας δεν θα αποδώσει ευθύνες στη στρατηγική πυρόσβεσης, αλλά στις ελλείψεις.

Έτσι την επόμενη χρονιά, ή ακόμη και την ίδια, θα υπογραφούν συμβάσεις για την ενοικίαση εναέριων μέσων σωτηρίας.



Κάθε ελικόπτερο από αυτά στοιχίζει έως και 4,5 εκατομμύρια ευρώ.

Το πραγματικό κόστος για άλλες χώρες (αλλά και για την Ελλάδα μετά τις εισαγγελικές έρευνες) είναι περίπου το μισό. Και φυσικά οι συμβάσεις που υπογράφονται είναι φωτογραφικές για δύο εταιρίες.

Οι υπερτιμολογήσεις είναι διακριτές χωρίς ιδιαίτερη έρευνα, αλλά προτάσσονται διάφορες ανάγκες.

Όποιος τολμήσει να μιλήσει βάζει σε κίνδυνο τη χώρα, ή "εξυπηρετεί συμφέροντα".

Για πάνω από 10 χρόνια το παιχνίδι με τη φωτιά εξελίσσεται σε έναν πραγματικό εθνικό κίνδυνο με το επιχείρημα μιας ακόμη «εθνικής ανάγκης».

Την ίδια ώρα, τα ιδιόκτητα ελικόπτερα της πυροσβεστικής ρημάζουν κάτω από υπόστεγα, ενώ ακόμη και η ίδια η συντήρησή τους αποτελεί ένα ακόμη σκάνδαλο. Ακόμη και στις μεγάλες φωτιές του 2007 τα ελικόπτερα του Πυροσβεστικού Σώματος, αν και πλήρως αξιόπλοα, δεν πέταξαν. Η ηγεσία της Πυροσβεστικής δεν έδωσε εντολή για να πετάξουν. Οι συνεντεύξεις που δίνουν οι πιλότοι στην έρευνα  του hotdoc είναι πλέον καταθέσεις... στην εισαγγελία.

Απαξίωσαν τα ιδιόκτητα μέσα εναέριας πυρόσβεσης για να νοικιάζουν από εταιρίες σε εξωπραγματικές τιμές. Αλλά επιπλέον έδιναν τη δυνατότητα σε αυτές τις εταιρίες να γράφουν και υπερωρίες. Πιλότοι καταγγέλλουν πως σηκώθηκαν για να σβήσουν μια φωτιά από μπάρμπεκιου... στον Άγιο Στέφανο, ή πως μια φωτιά στην ίδια την περίβολο του αεροδρομίου που φιλοξενούσε τα πυροσβεστικά σβήστηκε με ελικόπτερο που πέταξε από αλλού.

Υπάρχουν πιλότοι που έχουν καταθέσει πως έριχναν νερό στα βράχια και σε σβησμένες φωτιές μόνο και μόνο για να γράφει υπερωρίες η εταιρία. 

Κάπως έτσι κάηκε και η Ηλεία και ολόκληρη η Ελλάδα. Η ομάδα των στελεχών της Πυροσβεστικής που κατήγγειλε όλα αυτά στην εισαγγελία διώχθηκε. Και οι σημερινοί υπόδικοι για τα σκάνδαλα της πυρόσβεσης έχουν όλοι προαχθεί.

Και συνεχίζει το περιοδικό. Όσοι ερευνούν ένα έγκλημα συνήθως λένε πως αν θέλεις να βρεις τον δράστη ψάξε το κίνητρο. Το ερώτημα που πρέπει να ερευνήσει η εισαγγελία είναι αν τα εκατομμύρια της πυρόσβεσης ήταν και κίνητρο για το έγκλημα όχι των υπερτιμολογήσεων, αλλά της ίδιας της φωτιάς. 

Στις μεγάλες φωτιές στην Ελλάδα, όπου οι πυροσβέστες σβήνουν τις φλόγες φορώντας ένα απλό πηλίκιο, οι μάνικες συχνά σπάνε και οι δεξαμενές δεν έχουν νερό, τα πυροσβεστικά ελικόπτερα είναι ο από μηχανής θεός: Φτάνουν παντού, έγκαιρα ή παρουσιάζεται ότι φτάνουν έγκαιρα και πολλές φορές κάνουν πυρόσβεση live μπροστά στις κάμερες. Τι άλλο θέλει κάποιος για να πειστεί πως είναι το πιο αποτελεσματικό μέσο πυρόσβεσης. Ίσως τις διαβεβαιώσεις υπουργών που σπεύδουν να δηλώσουν «φέτος πήγαμε καλά γιατί είχαμε αρκετά πυροσβεστικά ελικόπτερα». Αρκεί να μην κοιτάξεις τις συμβάσεις που έχουν υπογράψει.

Στις αρχές της δεκαετίας του '80, μια καναδική εταιρία ειδικευμένη στην αεροπυρόσβεση είχε προτείνει στην ελληνική κυβέρνηση ένα σχέδιο προστασίας και πυρόσβεσης για τα ελληνικά δάση. Το σχέδιο προέβλεπε την ταυτόχρονη επέμβαση στη φωτιά από τον αέρα και το έδαφος.

Αεροσκάφη θα έριχναν στη φωτιά νερό και επιβραδυντικό υγρό ώστε να την εγκλωβίσουν, ενώ δυνάμεις με δασοκομάντος θα μεταφέρονταν με ελικόπτερα στα κρίσιμα σημεία για να την ανακόψουν. Η πρόταση δεν έγινε αποδεκτή για δύο λόγους. Ο ένας είναι ο αθώος: Σε πολλούς επιτελείς της Δασικής Υπηρεσίας φαινόταν ως κάτι πολύ ακριβό ή νεωτεριστικό και σχετικά άγνωστο για την ελληνική πραγματικότητα.

Ο δεύτερος στηρίζεται μόνο σε μαρτυρίες αλλά όχι σε αποδείξεις: Κάποιοι προσέβλεπαν σε αγορά νέων πυροσβεστικών αεροσκαφών τύπου Canadair για να πάρουν τις μίζες τους.



Το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε (χάρη στις αντιρρήσεις των Δ/ντων δασών της Χώρας), αλλά κάποιοι είχαν αντιληφθεί για πρώτη φορά πως ενδεχομένως η πυρόσβεση να έχει κέρδη.

Τα επόμενα χρόνια, η Δασική Υπηρεσία οργάνωσε υποτυπωδώς στην αρχή και άρτια στην συνέχεια, τη δασοπυρόσβεση με ένα μικτό σύστημα από αέρα και ξηρά.

Οργανώθηκαν τμήματα δασοκομάντος και δόθηκε βάση σε ένα σύστημα πρόληψης και πυρασφάλειας.



Το 1998 και παρά την διαφωνία πάλι της σύσκεψης των Δ/ντων Δασών αγοράστηκαν και 10 νέα Canadair με καθυστέρηση είνα αλήθεια, ενώ η σύσκεψη ζητούσε 5 αεροπλάνα και ενίσχυση των επίγειων μέσων.

Και ίσως και μόνο για να αγοραστούν τα 10 αεροπλάνα...η δασοπυρόσβεση πέρασε από τη Δασική Υπηρεσία στο Πυροσβεστικό Σώμα.

Ομώς τώρα σε παγκόσμια καινοτομία, οι Άνθρωποι που έσβηναν αστικές φωτιές έπρεπε να γίνουν δασοπυροσβέστες.



Μετά το 2000 ο σχεδιασμός άρχισε να αλλάζει. Βασικό μέσο πυρόσβεσης έγιναν τα εναέρια μέσα. Εμφανίζονταν αναγκαία και αποτελεσματικά από τους σχεδιασμούς του Πυροσβεστικού Σώματος.

Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ του περιοδικού Hotdoc, οι δημοσιογράφοι έπαψαν να επισκέπτονται, επετειακά την Άνοιξη, τη βάση των πυροσ β ε σ τ ι κ ώ ν α ε ρ ο σ κ α φ ώ ν Canadair στην Ελευσίνα, και στα ρεπορτάζ για τις φωτιές εμφανίστηκαν δύο νέοι πρωταγωνιστές: Τα ελικόπτερα Erickson S-64 E αμερικανικής κατασκευής και 3 τύποι ρωσικών ελικοπτέρων. Οι από μηχανής θεοί μόλις είχαν ανακαλυφθεί ή εφευρεθεί. 

Το Ελληνικό Δημόσιο νοικιάζει συστηματικά ελικόπτερα από τις δύο εταιρίες, έχοντας δαπανήσει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ. Όπως αποδεικνύεται πια όχι μόνο από την εισαγγελική και τη δημοσιογραφική έρευνα, αλλά από τις ίδιες τις προσφορές αυτών των εταιριών για να αναλάβουν τη δασοπυρόσβεση το 2012, οι συμβάσεις ήταν υπερτιμολογημένες, με τιμές έως και διπλάσιες από τις πραγματικές.

Το 2 0 0 5, ο υφυπουργός Δημόσιας Τάξης Χρήστος Μαρκογιαννάκης υπέγραψε μια σύμβαση τριετούς διάρκειας για ενοικίαση 3 ελικοπτέρων δασοπυρόσβεσης τύπου S-64 E από την ελληνική εταιρία ICSS, η οποία τα επινοικίαζε από την αμερικανική Erickson. Παρότι σε όλο τον κόσμο υπάρχουν δεκάδες εταιρίες που αναλαμβάνουν δασοπυρόσβεση (το 2012 μόνο στον διαγωνισμό για την Ελλάδα εμφανίστηκαν 8), στον διαγωνισμό που προκηρύχθηκε τότε η Ελλάδα απαιτεί τα ελικόπτερα να έχουν δεξαμενή 7.000 λίτρων νερού.

Στην αγορά υπήρχαν και με άλλες χωρητικότητες, μικρότερα ελικόπτερα και πιο ευέλικτα και καταλληλότερα για το γεωγραφικό ανάγλυφο της Χώρας, αλλά οι επιτροπές της Πυροσβεστικής και ο υφυπουργός επέμεναν πως οι φωτιές στην Ελλάδα σβήνουν μόνο αν το ελικόπτερο μεταφέρει 7 τόνους νερού, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο.

 

Σύμφωνα με το πόρισμα της εισαγγελέως Πόπης Παπανδρέου, που ερεύνησε τις συμβάσεις για τα πυροσβεστικά ελικόπτερα, ο διαγωνισμός ήταν καθαρά φωτογραφικός, προκειμένου να μπορέσει η ICSS να πάρει τη δουλειά. Είναι χαρακτηριστικό πως η αμερικανική εταιρία Erickson κατασκευάζει ίδια ελικόπτερα μεγαλύτερης χωρητικότητας, τα οποία όμως είναι ναυλωμένα από άλλες χώρες. Έτσι ο ελληνικός διαγωνισμός αποκλείει κάθε άλλη χωρητικότητα ως ακατάλληλη για να φωτογραφίσει τα ελικόπτερα που πρακτορεύει η ICSS. Στην πρώτη σύμβαση που υπογράφει ο κος Χρήστος Μαρκογιαννάκης, το Ελληνικό Κράτος δίνει, για το 2005, 10.890.000 ευρώ στην ICSS. To 2006 το τίμημα ανεβαίνει στα 11.271.150 ευρώ. Το 2007 γίνεται 11.631.000 ευρώ. Το 2008, 11.969.140. Το 2009 το τίμημα που πληρώνει το Ελληνικό Δημόσιο με υπογραφή Mαρκογιαννάκη είναι 17.800.000 ευρώ.

Δηλαδή 4.450.000 ευρώ για κάθε ελικόπτερο. Παρότι η εταιρία ICSS δίνει το 2009 προσφορά που υπερβαίνει κατά 1 εκατομμύριο την πρόβλεψη της Πυροσβεστικής και έπρεπε να ματαιωθεί ο διαγωνισμός, υπογράφεται τη σύμβαση.



Την επόμενη χρονιά ο Σπύρος Βούγιας ως αρμόδιος υπουργός θα καταγγείλει στη Βουλή πως το ελληνικό κράτος πλήρωνε υπερτιμολογημένες συμβάσεις.

Για το 2011, το ελληνικό δημόσιο παρακάμπτει την εταιρία ICSS και κλείνει απευθείας τα ελικόπτερα από την κατασκευάστρια εταιρία Erickson Air Crane. Η εταιρία ενημερώνει το ελληνικό κράτος πως η ίδια ενοικίαζε τα ελικόπτερα στην ICSS, στην τιμή των 2.200.000 ε υ ρ ώ.

Η I C S S τα έδινε 4.450.000 ευρώ με την άδεια και τις υπογραφές των αρχηγών του Πυροσβεστικού Σώματος, των επιτροπών και του υπουργού Χρήστου Μαρκογιαννάκη.

Η Ελλάδα εμφανίζεται δηλαδή να νοικιάζει ελικόπτερα με 20.000 ευρώ την ώρα πτήσης. Μια υποτυπώδη έρευνα σήμερα αποκαλύπτει πως την ίδια περίοδο η Δασική Υπηρεσία της Κύπρου νοικιάζει τα ελικόπτερα με 7.500 ευρώ την ώρα και η Υπηρεσία Δασών των ΗΠΑ με μόλις 4.500 ευρώ την ώρα.